Κυριακή 17 Αυγούστου 2014

Ο επίλογος της μεταπολίτευσης

Αν κάποιος μελετήσει την ελληνική ιστορία από το 1821, θα δει ότι υπήρξαν γεγονότα με μηνύματα μεγαλείου, αλλά αυτά αποτελούσαν στιγμές μόνο στην ιστορική διαδρομή. Ετσι θα δούμε ότι ουσιαστικά η οργάνωση νεοελληνικού κράτους με δημοκρατικούς θεσμούς, αποτελεσματικό κρατικό μηχανισμό και εξωτερική πολιτική επετεύχθη μέσα στη διετία 1910-1912, που με πρωθυπουργό τον Ελ. Βενιζέλο η χώρα εκσυγχρονίστηκε και κατάφερε, πέρα από τον διπλασιασμό της, την οργάνωση και λειτουργία σύγχρονου κράτους. Ακολούθησε ο διχασμός με καταστρεπτικά αποτελέσματα, δικτατορίες, το έπος του 1940, κατοχή και εμφύλιος που όχι μόνο δίχασε την ελληνική κοινωνία αλλά τα αποτελέσματά του επηρέασαν τις εξελίξεις μέχρι το 1974.
Το 1974 ο Κ. Καραμανλής ήλθε ως παράκλητος και μπορούσε να αναμορφώσει την ελληνική πολιτική ζωή δημιουργώντας προϋποθέσεις νέας εποχής. Προσέφερε τότε μέγιστο έργο, γιατί έκλεισε το κεφάλαιο του εμφυλίου, θεσπίστηκε δημοκρατικό Σύνταγμα και άρχισε περίοδος πραγματικών πολιτικών ελευθεριών... αλλά δυστυχώς δεν υπήρξε εμβάθυνση των θεσμών. Κι έτσι αντί ανανέωσης της πολιτικής ζωής, «συνταξιοδοτήθηκαν» οι πατέρες και ως δήθεν ανανέωση χρησιμοποιήθηκαν οι γόνοι (χειρότερης νοοτροπίας), ενώ δεν καθιερώθηκε ουσιαστική δημοκρατική οργάνωση κομμάτων και αξιοκρατική στελέχωση του κρατικού μηχανισμού. Ενδεικτικά υπενθυμίζω ότι με εισήγηση συμβούλου του, με μονοκονδυλιά, διαγράφηκε από την τότε ΝΔ μια στελεχιακή ομάδα (αποκληθείσα «κίνηση Βόλβης») γιατί ζητούσε «δημοκρατική οργάνωση κομμάτων και αξιοκρατία με κατάργηση της οικογενειοκρατίας». Ηταν μέγιστο επίτευγμα η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΕ, αλλά θα υπήρχαν καλύτερα αποτελέσματα αν είχαμε ταυτόχρονα εμβάθυνση θεσμών στη χώρα.
Το ΠΑΣΟΚ του Α. Παπανδρέου έφερε μεν στο προσκήνιο «εαμογενείς» δυνάμεις που βρίσκονταν για δεκαετίες στο περιθώριο και συνετέλεσε να οργανωθούν μαζικά τα πολιτικά κόμματα, αλλά χωρίς βάθος, καθιερώνοντας έναν πρωτοφανή λαϊκισμό με καταστρεπτικά αποτελέσματα για τη χώρα μακροπρόθεσμα - παρότι υπήρξαν και πρωτοβουλίες στελεχών του (δημιουργία ΑΣΕΠ, ΕΣΥ, ΚΕΠ κ.λπ.) θετικές - ενώ την περίοδο των επιγόνων του είχαμε έξαρση διαφθοράς.
Επιγραμματικά μπορούμε να πούμε ότι ο ιστορικός του μέλλοντος αποτιμώντας την περίοδο μετά το 1974 θα επισημάνει το δημοκρατικό Σύνταγμα και την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος αλλά θα σταθεί και στα καταστρεπτικά αποτελέσματα του ανεύθυνου πολιτικού λόγου, της έλλειψης οράματος και της υπερχρέωσης της χώρας. Για αυτήν την περίοδο ο πανεπιστημιακός Β. Φίλιας στο βιβλίο του «Τα αξέχαστα και τα λησμονημένα» γράφει χαρακτηριστικά ότι «ποτέ στο παρελθόν -με εξαίρεση ίσως την περίοδο Βούλγαρη (του επιλεγόμενου Τσουμπέ), η ζωή του τόπου δεν είχε φτάσει σ΄ αυτό το σημείο κατάπτωσης... και κατάρρευσης όλων των διαχρονικών αξιών, που δίνουν το υπόβαθρο σε μια κοινωνία να λειτουργεί συγκροτημένα και να μην αποσυντίθεται».
Η νοοτροπία της μεταπολίτευσης επιζεί ακόμη, στη χειρότερη μορφή της, με έκπτωση του πολιτικού λόγου και την πλειονότητα των πολιτικών χωρίς όραμα να αρκούνται στη διαχείριση της εξουσίας, ενώ το υποβαθμισμένο Κοινοβούλιο ψηφίζει συχνά δυστυχώς και «φωτογραφικές» τροπολογίες που δεν το τιμούν.
Γεννάται το ερώτημα αν θα μπορούσε η σημερινή περίοδος να αποτελέσει αφετηρία εξελίξεων-μεταρρυθμίσεων που θα δημιουργήσουν νέα προοπτική για τη χώρα. Η απάντηση είναι ότι θα μπορούσε να γραφεί ο επίλογος της μεταπολίτευσης, αν γινόταν τολμηρή συνταγματική αναθεώρηση, που θα έδινε ουσιαστικό περιεχόμενο στους θεσμούς, αν θεσπίζονταν και λειτουργούσαν ουσιαστικά θεσμοί διαφάνειας κι αξιοκρατίας, αν το πολιτικό σύστημα παραμέριζε την οικογενειοκρατία, αν οι πολίτες λειτουργούσαν ως ενεργοί. Δυστυχώς για όλα αυτά αντιδρούν κατεστημένα συμφέροντα και μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου, που αγωνίζεται να παρατείνει το αρρωστημένο κλίμα της μεταπολίτευσης με τελματωμένη τη χώρα... Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω ότι σχεδόν όλες οι πολιτικές δυνάμεις που στο παρελθόν μιλούσαν για αναγκαιότητα τολμηρής συνταγματικής αναθεώρησης, μάλλον έχουν ξεχάσει ότι η σχετική διαδικασία θα μπορούσε να έχει αρχίσει από το Μάιο του 2013…


ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΑΡΟΥΦΑ
δικηγόρου, πρώην προέδρου του ΔΣΘ

Κυριακή 10 Αυγούστου 2014

Τα αγάλματα και οι τριήρεις στα Σκόπια

Στα Σκόπια, αφού γέμισαν τις πλατείες με αρχαιοελληνικά αγάλματα (κατά προτίμηση αγάλματα του Μ. Αλεξάνδρου και του Φιλίππου), εγκατέστησαν και τριήρεις στις όχθες του Αξιού… προκαλώντας θυμηδία, απορία κι ερωτηματικά στους Ελληνες για το τι θέλουν να πετύχουν με αυτά.
Επιγραμματικά επισημαίνω ότι τα αγάλματα δε στήνονται ως διαπραγματευτικό όπλο έναντι της Ελλάδας για να αφαιρεθούν στο πλαίσιο κάποιας νέας συμφωνίας (όπως πιστεύουν κάποιοι στην Ελλάδα), αλλά τοποθετούνται στο πλαίσιο της προσπάθειας περαιτέρω «μακεδονοποίησης» του πληθυσμού.
Φίλοι από τα Σκόπια, με τους οποίους κατά καιρούς συζητώ, μου ανέφεραν ότι ο πρωθυπουργός τους υπηρετεί το όραμα του Μισίρκωφ. Ο Μισίρκωφ, εθναπόστολος των Σκοπίων, το 1903 μετά την επανάσταση του Ιλιντεν είχε γράψει ένα βιβλίο με τίτλο «Μακεδονικές υποθέσεις», στο οποίο έλεγε ότι πρέπει να ξεκόψουν από τη Βουλγαρία, να υιοθετήσουν τη διάλεκτο Μοναστηρίου-Περλεπέ, την οποία να ονομάσουν και καθιερώσουν ως «μακεδονική γλώσσα», και με συγκεκριμένες ενέργειες, σε βάθος χρόνου, να δημιουργηθεί έθνος με «μακεδονική συνείδηση».
Σήμερα, επειδή η Βουλγαρία υλοποιεί μακροπρόθεσμο σχέδιο «εκβουλγαρισμού» των Σκοπίων (δίνοντας βουλγαρική υπηκοότητα σε κατοίκους της FYROM, υποτροφίες σε παιδιά για σπουδές σε βουλγαρικά ΑΕΙ κ.λπ.), η σημερινή ηγεσία των Σκοπίων αντιδρώντας και θέλοντας να εξοβελίσει τις βουλγαρικές ρίζες προσπαθεί μέσω της υιοθέτησης προσώπων και γεγονότων του Μακεδονικού Ελληνισμού να «μακεδονοποιήσει» τον πληθυσμό, καλλιεργώντας αίσθημα περηφάνιας για την ένδοξη αλλά... κλεμμένη ιστορία τους. Ταυτόχρονα επειδή η νεολαία, λόγω παγκοσμιοποίησης, εύκολα θα αποδεχόταν κάποιο συμβιβασμό, προσπαθεί να αναχαιτίσει την συμβιβαστική τάση τονώνοντας το φρόνημα μέσω του –κλεμμένου- ενδόξου παρελθόντος. Τα αγάλματα μπαίνουν για να μείνουν, για να μεγαλώσει η σημερινή γενιά με αυτά και να τα θεωρεί τμήμα της ιστορίας τους.
Δυστυχώς στη χώρα μας η κοινή γνώμη (και πολλοί πολιτικοί μας και στελέχη του κρατικού μηχανισμού) αγνοούν και την ιστορία αλλά και τις εξελίξεις του θέματος τις οποίες αντιμετωπίζουμε, όπως πάντα, χωρίς στρατηγική.
Στην αντιμετώπιση του θέματος υπήρξαν διαχρονικά πολλά λάθη. Μπορεί η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών από την ίδρυσή της (και πολύ περισσότερο τα τελευταία χρόνια) να τεκμηρίωνε επιστημονικά τις ελληνικές θέσεις αλλά δυστυχώς οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν έβλεπαν μακριά. Το μετεμφυλιακό κλίμα και η εξάρτηση της χώρας από ΗΠΑ-ΝΑΤΟ ανάγκαζαν την ηγεσία της να κρατά χαμηλούς τόνους έναντι του «αδέσμευτου» Τίτο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι σε διεθνές επίπεδο αναγνωριζόταν η ενιαία Γιουγκοσλαβία. Στο πλαίσιο σωστής στρατηγικής από τότε έπρεπε σε διεθνές επίπεδο να προβάλλεται η ιστορική αλήθεια και να χρησιμοποιείται ο όρος Μακεδονία και Μακεδονικό στην επωνυμία φορέων με διεθνή παρουσία. Θα μπορούσε π.χ. από το 1950 να έχουμε Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης, ενώ όταν ιδρύθηκε το ΚΘΒΕ το 1961 από τον Κ. Καραμανλή θα μπορούσε να ονομαστεί «Θέατρο Μακεδονίας-Θράκης» (για να μην προβάλλεται διεθνώς το «Μακεδονικό Εθνικό Θέατρο» των Σκοπίων) και έπρεπε να υπάρχει από τότε το «Πανεπιστήμιο Μακεδονίας».
Θα μπορούσαμε πολλά να πούμε και για σημερινά λάθη αλλά δεν πρέπει και δεν έχει νόημα. Με έμφαση επισημαίνω όμως ότι η FYROM, με τη σημερινή ηγεσία της, λειτουργεί αποσταθεροποιητικά στην περιοχή και η χώρα μας αντί της σιωπής οφείλει καθημερινά να το υπενθυμίζει στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ και να χαράξει μακροπρόθεσμη στρατηγική. Η οικονομική κρίση δεν αποτελεί «άλλοθι» διότι χώρες εξαθλιωμένες, όπως π.χ. η Ρουμανία, δαπανούν δεκαπλάσια από εμάς στην προσπάθειά τους να κερδίσουν τους βλαχόφωνους των Σκοπίων.
Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι οι χώρες που έχουν ιστορία και θέλουν να έχουν προοπτική, πρέπει να λειτουργούν με όραμα και στρατηγική παρακολουθώντας αλλά και επηρεάζοντας τις εξελίξεις. Δυστυχώς η χώρα μας δίνει την εντύπωση ότι αντιμετωπίζει το όλο θέμα υποτονικά, σαν «αγγαρεία», και όπως έλεγε ο Θουκυδίδης, εμπιστεύεται στην απερίσκεπτο ελπίδα εκείνο που επιθυμεί.

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΑΡΟΥΦΑ
δικηγόρου, πρώην προέδρου του ΔΣΘ

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Οι αλλαγές στη βαλκανική μας γειτονιά...

Για επαγγελματικούς λόγους επισκέφτηκα πρόσφατα την Κορυτσά, όπου ξαναείδα μετά από χρόνια τον αγαπητό συνάδελφο από τα Τίρανα Σπύρο Πέτσι (πρώην υπουργό Δικαιοσύνης της Αλβανίας) και ενημερώθηκα για τις εξελίξεις στη γειτονική χώρα... Οποιος έχει καιρό να επισκεφτεί την Κορυτσά θα δει αρκετές αλλαγές. Την τελευταία δεκαετία υπήρξε ανοικοδόμηση, ενώ έχουν εξαφανιστεί και τα χιλιάδες πολυβολεία της εποχής Χότζα (μου ανέφεραν ότι τα γκρέμισαν πολίτες για να πάρουν τα σίδερα...) και μόνο το οδικό δίκτυο (παρά τις μικρές βελτιώσεις) εξακολουθεί να θυμίζει την Αλβανία του 1990.
Εκτιμούν σε 120.000 τους οικονομικούς μετανάστες που επέστρεψαν από Ελλάδα στην Αλβανία και πιστεύουν ότι η κρίση επιδεινώνεται, γιατί λιγόστεψαν τα εμβάσματα από τους εργαζόμενους στο εξωτερικό και αυξήθηκε και η ανεργία. Παλιές εκκρεμότητες (όπως η επιστροφή περιουσιών που είχε δημεύσει το κομμουνιστικό καθεστώς, για τις οποίες η προθεσμία υποβολής αιτήσεων τελειώνει το 2014) ταλανίζουν την Αλβανία, ενώ στις συζητήσεις κυριαρχεί η προενταξιακή πορεία της στην ΕΕ και η νέα γεωγραφική διαίρεση (κάτι σαν αλβανικό σχέδιο «Καλλικράτης»), όπου με τη μεθοδευμένη κατανομή των χωριών δε θα μπορεί να ελέγχει σχεδόν καμιά περιοχή η ελληνική μειονότητα, που έχει μειωθεί πολύ λόγω μόνιμης εγκατάστασης στην Ελλάδα των βορειοηπειρωτών.
Η Κορυτσά υπήρξε στο παρελθόν κέντρο ελληνισμού αλλά και λίκνο του αλβανικού εθνικισμού, γιατί από εδώ ξεκίνησαν τα κινήματα αλβανικής αναγέννησης. Σήμερα είναι η κατεξοχήν ελληνόφωνη μεγάλη πόλη της Αλβανίας (όλοι έχουν εργαστεί στην Ελλάδα) και έχει δεσμούς με τη Θεσσαλονίκη. Στο παρελθόν έφτασε να εκλέγει δύο βουλευτές με το κόμμα της ελληνικής μειονότητας, λειτουργεί ελληνικό σχολείο και οι κάτοικοι παρακολουθούν και τα όσα γίνονται στην Ελλάδα.
Αντίστοιχο κλίμα συνάντησα και στο Μοναστήρι των Σκοπίων, όπου δε λειτουργεί μεν ελληνικό σχολείο, αλλά έχει τρία φροντιστήρια Ελληνικής Γλώσσας και υπάρχει ζωηρό ενδιαφέρον για εκμάθησή της, ενώ το ίδιο ενδιαφέρον υπάρχει και σε πόλεις άλλων βαλκανικών χωρών. Ενδεικτικά υπενθυμίζω ότι στο τμήμα Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Σόφιας κάθε χρόνο υπάρχουν 2.800 υποψήφιοι για 25 θέσεις, ενώ για το αντίστοιχο Τμήμα Αγγλικής φιλολογίας υπάρχουν πολύ λιγότεροι υποψήφιοι, γιατί οι πτυχιούχοι του Τμήματος Νεοελληνικής Φιλολογίας ήταν περιζήτητοι σε ελληνικές επιχειρήσεις.
Η οικονομική κρίση ταλανίζει όλες τις βαλκανικές χώρες (περισσότερο τη Βουλγαρία, όπου το τραπεζικό σύστημα ελεγχόταν από θυγατρικές ελληνικών τραπεζών), ενώ στην Αλβανία η κρίση επιδεινώνεται, γιατί στέρεψαν τα εμβάσματα από τους μετανάστες στην Ελλάδα και τα Σκόπια (μέχρι φέτος δίνονταν αφειδώς δάνεια για αγορά κατοικίας και η μεγαλύτερη κατασκευαστική επιχείρηση είναι ελληνική) υπάρχουν εμφανή σημάδια ύφεσης.
Η Ελλάδα έχασε ιστορική ευκαιρία το 1990 να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στα Βαλκάνια και κατ' επέκταση στην ΕΕ, προβάλλοντας τη δημοκρατική ευρωπαϊκή προοπτική της περιοχής. Λόγω έλλειψης στρατηγικής και της οικονομικής κρίσης, η ελληνική παρουσία πολλαπλά υποβαθμίζεται, ενώ δυστυχώς το κενό το καλύπτει μεθοδικά η Τουρκία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται μακροπρόθεσμα.
Η μεγάλη ευκαιρία έφυγε ανεπιστρεπτί, αλλά ακόμη και τώρα μπορούν να γίνουν κάποια απλά πράγματα: σε αυτές τις χώρες το 10% - 12% του πληθυσμού έχει υψηλό βιοτικό επίπεδο και από αυτούς προέρχεται το τουριστικό ρεύμα στην Ελλάδα. Αν η περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας ή ο δήμος Θεσσαλονίκης είχε ένα γραφείο που να ενημερώνει σε εβδομαδιαία βάση τα ΜΜΕ των χωρών αυτών στη γλώσσα κάθε χώρας π.χ. για το ωράριο αγοράς στη Θεσσαλονίκη, το ωράριο των μουσείων, το πρόγραμμα πολιτιστικών εκδηλώσεων, τα μνημεία της κ.λπ., είναι βέβαιο ότι σε μερικούς μήνες θα αυξανόταν θεαματικά ο αριθμός επισκεπτών στη Θεσσαλονίκη. Αν, μάλιστα, ολοκληρωθεί η κατασκευή των καθέτων οδικών αξόνων από Θεσσαλονίκη προς Τίρανα, Σκόπια, Σόφια, τα αποτελέσματα θα είναι θεαματικά και η πόλη θα αναζωογονηθεί, λειτουργώντας ως σημαντικό εμπορικό και πνευματικό κέντρο της ευρύτερης βαλκανικής περιοχής.


ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΑΡΟΥΦΑ
δικηγόρου, πρώην προέδρου του ΔΣΘ

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

Πολίτες β΄ κατηγορίας

Ακουγα πριν από μέρες νέο δικηγόρο με λαμπρές σπουδές, που αγωνίζεται ελπίζοντας σε καλύτερες μέρες, απελπισμένο να λέει ότι η εφορία με τα τεκμήρια τού ζητά να πληρώσει ως φόρο σχεδόν όσα -λίγα- έβγαλε πέρυσι…Την ίδια μέρα στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων σε υπόθεση με 7 κατηγορουμένους, και επαπειλούμενες βαριές ποινές κάθειρξης, μόνον οι 2 εκ των κατηγορουμένων είχαν ορίσει δικηγόρο ενώ οι υπόλοιποι 5 λόγω οικονομικής αδυναμίας ζήτησαν να τους ορίσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο συνήγορο υπεράσπισης, ενώ μάρτυρας στη δίκη μάς περιέγραφε στο διάδρομο ότι είναι «τυχερός» που έχει δουλειά και παίρνει 700 ευρώ μηνιαίως αλλά αντί 8 ωρών δουλεύει 10 ώρες καθημερινά χωρίς να πληρώνεται υπερωρίες.
Αυτές είναι εικόνες από την καθημερινή ζωή που δείχνουν ότι οι πολίτες έχουν φτάσει σε αδιέξοδο, ότι στερούνται πλέον, λόγω οικονομικής αδυναμίας, της συνταγματικά κατοχυρωμένης πρόσβασης στη Δικαιοσύνη, κι ότι αισθάνονται απροστάτευτοι ζώντας με το άγχος αν αύριο θα έχουν φαγητό ή αν θα σώσουν το σπίτι πληρώνοντας το δάνειο... Αυτές οι εικόνες μάλλον είναι άγνωστες στον πολιτικό μας κόσμο και την κυβέρνηση γι΄ αυτό βλέπουμε συχνά πυκνά στο Κοινοβούλιο τους βουλευτές να κονταροχτυπιούνται για την αναγκαιότητα να δοθούν αυξήσεις μόνο στους υπαγόμενους στα λεγόμενα «ειδικά μισθολόγια».
Κάποιοι πολιτικοί μας (και κάποιοι στην κυβέρνηση) ζουν σε χωριά «Ποτέμκιν», στα καφέ του Κολωνακίου, μάλλον κι αγνοούν την πραγματικότητα. Αγνοούν ότι υπάρχουν εκατομμύρια ανέργων, ότι οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα φυτοζωούν και εργάζονται υπερωρίες που δεν πληρώνονται, ότι κάποιοι επιζούν με τα συσσίτια των εκκλησιών κι ότι οι νέοι ελευθεροεπαγγελματίες καλούνται να πληρώσουν φόρο μεγαλύτερο από το ύψος των ισχνών εισοδημάτων τους. Αυτό το κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, που δυστυχώς είναι το μεγαλύτερο, αισθάνεται ότι δεν εκπροσωπείται στο Κοινοβούλιο γιατί οι Βουλευτές που ψήφισαν να φορολογείται από το πρώτο ευρώ με 26% ο ελευθεροεπαγγελματίας φρόντισαν να έχουν αφορολόγητες σε ποσοστό 75% τις συνολικές αποδοχές τους.
Αισθάνονται ότι ζουν σε άλλη χώρα όταν ακούνε ότι δεν είναι αντισυνταγματικό το ότι φορολογούνται -μόνοι αυτοί-με 26% από το πρώτο ευρώ, αλλά είναι αντισυνταγματικές μόνο οι περικοπές που έγιναν στα ειδικά μισθολόγια…Μήπως κάποιοι ξέχασαν το άρθρο 4 του Συντάγματος που ορίζει ότι οι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους; Μήπως πρέπει κάποιοι ανεξάρτητοι φορείς, όπως οι δικηγορικοί σύλλογοι, να υπενθυμίσουν τα αυτονόητα;
Γράφω με θλίψη γιατί βλέπω να παραβιάζεται το Σύνταγμα χωρίς να αντιδρούν αυτοί που έπρεπε να αγρυπνούν... Ο πολιτικός κόσμος αισθάνεται πιο κοντά στους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα... κι αναζητά τρόπους να ξαναδώσει πίσω με την πρώτη ευκαιρία όσα προνόμια αναγκάστηκε να τους αφαιρέσει... Ασφαλώς και δικαιούνται αξιοπρεπών αμοιβών οι εργαζόμενοι του Δημοσίου για να εργάζονται απερίσπαστοι, αλλά τώρα το ενδιαφέρον της Πολιτείας θα έπρεπε πρωτίστως να στραφεί στους ανέργους και στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα μέσω ανάπτυξης...
Αν λειτουργούσαν με την κοινή λογική κάποιοι πολιτικοί μας, θα καταλάβαιναν ότι οι εργαζόμενοι στο δημόσιο τομέα έστω και με περικοπές έχουν κάθε μήνα σταθερές αποδοχές αλλά οι άλλοι του ιδιωτικού τομέα βρίσκονται σε «πέλαγος απελπισίας», κινδυνεύοντας κάθε μέρα να βρεθούν χωρίς δουλειά, κι ότι όσοι –τυχεροί- δουλεύουν αμείβονται με μισθούς Βουλγαρίας, ενώ -το χειρότερο- υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες νέοι απελπισμένοι, άνεργοι που βλέπουν κλειστούς ορίζοντες στη ζωή τους και ζουν με το χαρτζιλίκι των γονέων.
Δεν έχει νόημα να πούμε περισσότερα. Η ελληνική κοινωνία δε βιώνει μόνο οικονομική κρίση. Το χειρότερο είναι ότι οδηγείται σε διχασμό -και λόγω αψυχολόγητης συμπεριφοράς του πολιτικού κόσμου- και δυστυχώς σε ενίσχυση ακραίων πολιτικών δυνάμεων γιατί οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα, οι νέοι ελευθεροεπαγγελματίες, οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες αισθάνονται ξεχασμένοι από το πολιτικό σύστημα που τους αντιμετωπίζει σαν πολίτες β' κατηγορίας.


ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΑΡΟΥΦΑ
δικηγόρου-πρώην προέδρου του ΔΣΘ