Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Το όνειρο που ξεθώριασε

Πριν από 20-25 χρόνια, με την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων και το άνοιγμα των συνόρων με τα γειτονικά κράτη, για την Ελλάδα παρουσιάστηκε μια ιστορική ευκαιρία αναβάθμισής της σε περιφερειακή δύναμη στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και της ΝΑ Ευρώπης. Ηταν η μόνη χώρα στην περιοχή, μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, με σταθερούς δημοκρατικούς θεσμούς και σχετικά καλή οικονομική κατάσταση. Μπορούσε αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες και προβάλλοντας την ευρωπαϊκή προοπτική να αναδειχθεί σε παράγοντα ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή, λειτουργώντας με βάση τις αρχές του οικουμενικού ελληνισμού.
Η ίδια ιστορική ευκαιρία υπήρχε για τη Θεσσαλονίκη (ως πόλη χώρας της ΕΕ, κοντινή στις γειτονικές χώρες, με κάποιες υποδομές) που αποκτούσε πολιτιστική και οικονομική ενδοχώρα για να λειτουργεί, όπως λειτουργούσε για πολλούς αιώνες, ως σημαντικό πνευματικό και εμπορικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής. Επειδή η κεντρική εξουσία ολιγωρούσε, κάποιοι που δεν θέλαμε να χαθεί αυτή η ιστορική ευκαιρία προσπαθήσαμε να αξιοποιήσουμε ό,τι μπορούσε να αξιοποιηθεί. Ετσι με πρωτοβουλία του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, μετά από διετή προσπάθεια, το 1995 δημιουργήθηκε η «Ενωση Βαλκανικών Δικηγορικών Συλλόγων» με μόνιμη έδρα τη Θεσσαλονίκη, για την οποία υπήρξε απόφαση των βαλκανικών δικηγορικών συλλόγων (το 2006) να γίνει διεθνές κέντρο διαιτησίας για εμπορικές διαφορές, να γίνει κέντρο κατάρτισης δικηγόρων στο Κοινοτικό Δίκαιο κ.λπ. Λειτούργησε επιτυχώς για αρκετά χρόνια με συνέδρια σε βαλκανικές πόλεις και με φιλοξενία δεκάδων νέων νομικών κάθε χρόνο στη Θεσσαλονίκη, που παρακολουθούσαν σεμινάρια Κοινοτικού Δικαίου… Παράλληλα ιδρύθηκαν η «Ενωση οικονομικών πανεπιστημίων ΝΑ Ευρώπης», η «Ενωση ειδησεογραφικών πρακτορείων βαλκανικών χωρών», η «Ομοσπονδία δημοσιογραφικών οργανώσεων βαλκανικών χωρών», η «Διαβαλκανική κίνηση γυναικών», το «Δίκτυο βαλκανικών πόλεων» κ.ά., όλα με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Οι τελευταίες ενώσεις που δημιουργήθηκαν ήταν η «Ενωση θεάτρων ΝΑ Ευρώπης», πάλι με έδρα τη Θεσσαλονίκη, με στόχο κάθε 2 χρόνια να συναντώνται τα εθνικά θέατρα των Βαλκανίων με παραστάσεις αρχαίου δράματος (έγινε επιτυχώς το 2007 στη Θεσσαλονίκη τέτοια συνάντηση), που πιστεύαμε τότε ότι σηματοδοτούσε σημαντική ελληνική πολιτιστική παρουσία στην περιοχή, δεδομένου ότι άρχισαν να παρουσιάζονται συχνότερα παραστάσεις αρχαίου δράματος σε Βελιγράδι, Σόφια, Βουκουρέστι, Τίρανα κ.λπ. Μάλιστα στο ΚΘΒΕ τότε (2007-2010) επιδιώξαμε και υπογράφηκαν και σε διμερές επίπεδο πρωτόκολλα συνεργασίας του με τα εθνικά θέατρα γειτονικών χωρών, ενώ σε συνεργασία με το δήμο Θεσσαλονίκης στα «Δημήτρια» φιλοξενούνταν παραστάσεις εθνικών θεάτρων γειτονικών χωρών (2008, 2009).
Αυτές οι διαβαλκανικές ενώσεις συνέβαλαν, έστω και λίγο, στη γνωριμία των πολιτισμών της περιοχής, στην άμβλυνση των αντιθέσεων και στην ανάδειξη της Ελλάδας σε χώρα με πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιοχή. Δυστυχώς με την πάροδο του χρόνου και την αλλαγή προσώπων (συντελούσης και της οικονομικής κρίσης) οι προσπάθειες ατόνησαν. Το όνειρο των πρωτεργατών να λειτουργεί η Θεσσαλονίκη ως σημαντικό πνευματικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής και ο ελληνισμός να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο ως παράγοντας ειρήνης και σταθερότητας - σημαιοφόρος της ευρωπαϊκής προοπτικής είναι ένα όνειρο που ξεθώριασε…
Δεν τα γράφω αυτά σήμερα για να κάνω μνημόσυνο για μια χαμένη ευκαιρία για τον ελληνισμό ούτε για να υπενθυμίσω τις ευθύνες της κεντρικής εξουσίας και κάποιων εκπροσώπων της Θεσσαλονίκης στην κεντρική εξουσία, αλλά για να υπενθυμίσω ότι οι γείτονες μας ήθελαν πρωταγωνιστές κι εμείς αρνηθήκαμε το ρόλο αυτόν... Θυμάμαι πάντα τον «Κλεάνθι Κότσι, πρόεδρο των δικηγόρων Αλβανίας, που έλεγε το 1995 στη Θεσσαλονίκη: «Εμείς είμαστε σαν μικρά παιδιά, πάρτε μας από το χέρι και οδηγήστε μας στο αύριο»…
Φυσικά δεν έχω καμιά ψευδαίσθηση ότι θα αλλάξει η μικροπολιτική και εσωστρεφής συμπεριφορά κάποιων αξιωματούχων της κεντρικής εξουσίας, αλλά εν όψει δημοτικών και περιφερειακών εκλογών θέλω να υπενθυμίσω σε όσους φιλοδοξούν να εκπροσωπήσουν την περιοχή ότι υπάρχουν κάποια ελάχιστα περιθώρια για ανάδειξη της Θεσσαλονίκης σε ένα σημαντικό εμπορικό και πνευματικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής και να προβληματιστούν για τη στρατηγική αξιοποίησής των.

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Tι φταίει

Οι Ελληνες πολίτες παρακολουθούν τις αποκαλύψεις για τις προμήθειες που εισέπρατταν κάποιοι για τα εξοπλιστικά προγράμματα των ενόπλων δυνάμεων σαν να παρακολουθούν κινηματογραφική ταινία. Τρίβουν τα μάτια τους κι αναρωτιoύνται πώς είναι δυνατό να γίνονταν αυτά, πώς δεν τα αποκάλυψαν έγκαιρα τα ΜΜΕ, πώς είναι δυνατόν τα πολιτικά κόμματα να μην αντέδρασαν.
Επειδή πρέπει να λέμε μόνο αλήθειες, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι λίγο πολύ όλοι ήξεραν ή τουλάχιστον υποψιάζονταν, αλλά σιωπούσαν κάνοντας ότι δε βλέπουν ή λέγοντας κάποιοι (μεταξύ αυτών και πρώην πρωθυπουργός) ανοήτως «όποιος έχει στοιχεία να τα πάει στον εισαγγελέα».
Δυστυχώς το πολιτικό μας σύστημα στη μεταπολίτευση λειτουργούσε με βάση την αρχή να κάνουν όλοι ότι δε βλέπουν μέχρι που κάποιος «τρελός» δημοσιογράφος θα αποκάλυπτε κάτι ή το ίδιο το πολιτικό σύστημα θα θυσίαζε κάποιους για να εκτονωθεί το λαϊκό συναίσθημα…
Να υπενθυμίσω την υπόθεση Κοσκωτά, όπου όλοι ήξεραν ή υποψιάζονταν το τι γίνεται, αλλά απέφευγαν να μιλήσουν. Να θυμίσω ότι υπήρξε ένας μόνο βουλευτής της ΝΔ τότε που τόλμησε να κάνει ερώτηση στη Βουλή για την υπόθεση αυτή και κόντεψε να διαγραφεί από το κόμμα του. Ενδεικτικά ακόμη να θυμίσω ότι όταν με εισήγησή μου ο Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης το 2007 εξέδωσε ένα ψήφισμα καταγγελίας της όλης διαδικασίας ανταλλαγών στην υπόθεση Βατοπεδίου, πέτυχε μεν να διασώσει σημαντικές εκτάσεις του Δημοσίου στο Ν. Θεσσαλονίκης, αλλά δυστυχώς ήταν ο μόνος φορέας που διαμαρτυρήθηκε σε μια Θεσσαλονίκη που οι περισσότεροι έκαναν πως δεν έβλεπαν. Να υπενθυμίσω ακόμη ότι την περίοδο του Χρηματιστηρίου έβγαινε στα ΜΜΕ ο αρμόδιος υπουργός κι έλεγε ότι η άνοδός του αντικατοπτρίζει το δυναμισμό της ελληνικής οικονομίας, με αποτέλεσμα να λεηλατηθούν οι οικονομίες του απλού πολίτη. Τέλος να θυμίσω ότι οι αρχηγοί κομμάτων τοποθετούσαν και τοποθετούν στα ψηφοδέλτιά τους και υποψήφιους που έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς με τη Δικαιοσύνη και πρόσωπα αμφιλεγόμενου ήθους.
Βεβαίως υπήρξαν και υπάρχουν τίμιοι πολιτικοί που σεβάσθηκαν το δημόσιο χρήμα. Δε φτάνει αυτό όμως... Θα προσέφεραν υπηρεσία στην πατρίδα, αν έλεγαν στους αρχηγούς τους ότι δε δέχονται να είναι συνυποψήφιοι με πρόσωπα αμφιβόλου ήθους. Θα προσέφεραν, αν διαμαρτύρονταν κάποια φορά για το καρκίνωμα της οικογενειοκρατίας και για τη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού με κομματικές μετριότητες και ανίκανους υποτακτικούς υπουργών, με αποτέλεσμα να είναι αναποτελεσματικός.
Ο Τζον Κένεντι πριν εκλεγεί πρόεδρος των ΗΠΑ είχε γράψει ένα βιβλίο με τίτλο «Η σκιαγραφία των γενναίων». Σε αυτό βιογραφεί 8 Αμερικανούς πολιτικούς που σε κάποια φάση της πολιτικής τους ζωής, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, χρειάστηκε να πάρουν κάποια γενναία απόφαση κόντρα στα κόμματά τους αλλά και στην κοινή γνώμη. Οπως γράφει, κάποιοι δικαιώθηκαν αλλά και κάποιοι καταστράφηκαν πολιτικά, αλλά λέει ότι με το θάρρος τους άφησαν καλή κληρονομιά σε κάθε Αμερικανό πολίτη και ανύψωσαν την ποιότητα του πολιτεύματος… Δυστυχώς στη χώρα μας αυτό το θάρρος έλειψε από τον πολιτικό κόσμο, που έπαιρνε αποφάσεις με βάση μόνο τις δημοσκοπήσεις, ενώ αρκετοί από τους πολιτικούς μας μπέρδευαν το νόμιμο με το ηθικό και υπήρξαν ατομικά έντιμοι πρωθυπουργοί, που δυστυχώς κάλυψαν ηθικά κατακριτέα συμπεριφορά υπουργών.
Τα όσα συμβαίνουν σήμερα νομοτελειακά θα συνέβαιναν, γιατί για πολλά χρόνια υπήρξε ανοχή σε τέτοια φαινόμενα... Ακόμη κι εμείς οι πολίτες δεν λειτουργήσαμε ως ενεργοί πολίτες, ανεχθήκαμε την οικογενειοκρατία και αναδείξαμε ως εκπροσώπους μας ασήμαντες μετριότητες, υποτακτικούς της διαπλοκής και κάποιους που συνωστίζονταν στην αυλή της Siemens για να πάρουν «χορηγίες»....
Το πολιτικό μας σύστημα με τον τρόπο που λειτουργούσε κακό σπόρο έσπερνε και φυσικά σήμερα καρκινώματα θερίζει… Για να αλλάξουν τα πράγματα πρωτίστως πρέπει να αλλάξουμε εμείς. Να αντιμετωπίζουμε σαν προσωπική μας υπόθεση ό,τι γίνεται στη δημόσια ζωή, αναζητώντας ως εκπροσώπους μας πρόσωπα με ήθος, επαγγελματική καταξίωση και θάρρος να λένε και «όχι», όταν πρέπει.
 
ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΑΡΟΥΦΑ δικηγόρου, πρώην προέδρου του ΔΣΘ
 

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Η υπερχρέωση των Ελλήνων πολιτών

Στις 16-11-2006 ο Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης, του οποίου ήμουν τότε πρόεδρος, μετά από εισήγησή μου, εξέδωσε ένα ψήφισμα στο οποίο μεταξύ άλλων λέγαμε τότε: «Το δ.σ. του ΔΣΘ με ανησυχία επισημαίνει τον υπερδανεισμό των Ελλήνων πολιτών από το εγχώριο τραπεζικό σύστημα με επιτόκια (ιδιαίτερα στα καταναλωτικά δάνεια) υπερδιπλάσια των επιτοκίων που ισχύουν σε άλλες χώρες της ΕΕ». Στη συνέχεια επισημαίναμε την επικίνδυνη δραστηριοποίηση στα όρια της νομιμότητας των εισπρακτικών εταιριών με συμπεριφορά απαξιωτική για τους πολίτες και καλούσαμε «την επίσημη Πολιτεία να ασχοληθεί με το θέμα ενεργοποιώντας τους ελεγκτικούς μηχανισμούς αλλά και τις εισαγγελικές αρχές να προχωρήσουν σε έρευνα για το σύννομο των ενεργειών αυτών…».
Ξαναδιαβάζοντας μετά από 7 χρόνια εκείνο το ψήφισμα (δημοσιεύθηκε τότε σε μονόστηλα μόνο σε κάποιες εφημερίδες), αναρωτιέμαι πώς ήταν δυνατό αυτό που βλέπαμε εμείς ως επερχόμενο, με βάση την κοινή λογική, να μην το βλέπουν οι «ιθύνοντες», με αποτελέσματα τραγικά για τη χώρα και τους πολίτες. Γιατί όλοι θυμούνται ότι τότε οι τράπεζες με εκμαυλιστικές και παραπλανητικές διαφημίσεις στα ΜΜΕ καλούσαν τους πολίτες σε υπερκατανάλωση, εξωθώντας τους να πάρουν «διακοποδάνεια» και «εορτοδάνεια» και οι πολίτες δέχονταν τηλεφωνήματα στα σπίτια τους από τραπεζικούς υπαλλήλους που προσπαθούσαν να τους πείσουν να αποκτήσουν ακόμη μια πιστωτική κάρτα…, ενώ διαφήμιζαν και τη χορήγηση στεγαστικών δανείων χωρίς ιδιαίτερους όρους.
Αυτά γίνονταν τότε, αλλά τα πληρώνουμε σήμερα. Τα τότε δάνεια έγιναν βραχνάς για τους πολίτες, ενώ οι τράπεζες που τους παρέσυραν σε άκρατο καταναλωτισμό… ίδρυσαν εισπρακτικές εταιρίες που με τρόπο απαξιωτικό για τους πολίτες τούς πιέζουν καθημερινά για εξόφληση αυτών των δανείων οδηγώντας τους σε απόγνωση…
Δυστυχώς ο πολιτικός κόσμος δεν είχε επαφή με την πραγματικότητα τότε (θυμάμαι χαρακτηριστικά πως όταν εκδώσαμε αυτό το ψήφισμα σε τυχαία συνάντησή μου με κάποιον υπουργό, μου παρατήρησε ότι «κάνετε λάθος γιατί ανθεί η οικονομία»). Φοβούμαι όμως πως δεν έχει επαφή και με την πραγματικότητα και σήμερα, γιατί οι τραπεζίτες που τότε πίεζαν τους διευθυντές των τοπικών υποκαταστημάτων των τραπεζών να δίνουν πιστωτικές κάρτες σωρηδόν καλούνται σήμερα ως «σωτήρες» να σώσουν τη χώρα… εισηγούμενοι καθημερινά φόρους, τη στιγμή που ξεπεράστηκε από καιρό η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών. Μάλλον δεν κατανοούν ότι το πρόβλημα της χώρας δεν λύνεται με φόρους, αλλά με ανάπτυξη…, αλλά η ανάπτυξη ακούγεται μόνον ως σύνθημα στη χώρα, γιατί δεν βλέπουμε να υλοποιείται κάποιο αναπτυξιακό σχέδιο με στόχευση, π.χ. τα 17 εκατομμύρια τουριστών να γίνουν 20, τα 14 δισ. ευρώ συνάλλαγμα από την εμπορική ναυτιλία να γίνουν 20, αναδιάρθρωση των αγροτικών καλλιεργειών για πραγματική παραγωγή και εξαγωγές, αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας κ.λπ.
Τα δάνεια που έλαβαν οι πολίτες μέχρι το 2009, τα έλαβαν με άλλα δεδομένα. Είχαν υψηλότερες αποδοχές και δυνατότητες, ενώ οι πολιτικοί μάς διαβεβαίωναν ότι θα έλθουν ακόμη καλύτερες μέρες… Τώρα οι πολίτες βρίσκονται σε πραγματική αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων, ακόμη και των στεγαστικών για πρώτη κατοικία, παρά τις όποιες ρυθμίσεις διευκόλυνσης γίνονται από τις τράπεζες, ενώ διαγράφονται και κίνδυνοι να περιέλθουν σε ξένους ομίλους τα δάνεια αυτά... Οι νόμοι για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά έδωσαν κάποια προστασία και διέξοδο σε κάποιους πολίτες, αλλά πέραν του ότι δεν μπορούν να υπαχθούν μεγάλες κατηγορίες πολιτών, νομίζω πως ήρθε ο καιρός η κεντρική εξουσία με διακομματική συναίνεση και συνεκτίμηση όλων των παραμέτρων, μετά από συζήτηση με τις διοικήσεις των τραπεζών, να βρει κάποια λύση ανακούφισης, τουλάχιστον των δανειοληπτών στεγαστικών δανείων, χωρίς να κλονισθεί το τραπεζικό σύστημα. Τέλος, θα πρέπει να λειτουργεί πραγματικά το κράτος και να ασκεί καθημερινή και αυστηρή εποπτεία των λεγόμενων εισπρακτικών εταιριών που με τον τρόπο λειτουργίας τους οδηγούν τους πολίτες σε απόγνωση.

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΑΡΟΥΦΑδικηγόρου, συγγραφέα,πρώην προέδρου ΔΣΘ

Οραμα για τη Θεσσαλονίκη

Θετικά απασχόλησε τα ΜΜΕ η εκδήλωση προβολής της Θεσσαλονίκης που συνδιοργανώθηκε στα Σκόπια από την ελληνική διπλωματική αρχή και το Οικονομικό Επιμελητήριο της γειτονικής χώρας με συμμετοχή πολλών φορέων από τη Θεσσαλονίκη. Αναμφίβολα ήταν μια θετική ενέργεια που όμως έπρεπε να έχει γίνει πριν από πολλά χρόνια και αντίστοιχες να διοργανώνονται συχνά σε Σόφια, Σκόπια, Τίρανα, Βελιγράδι, Βουκουρέστι, Κωνσταντινούπολη.
Τα έχουμε πει πολλές φορές, αλλά επιγραμματικά θα τα επαναλάβουμε. Η Θεσσαλονίκη και λόγω γεωγραφικής θέσης για αιώνες ήταν μεγάλο εμπορικό - κοσμοπολίτικο κέντρο. Είχε εμπορική και πολιτιστική ενδοχώρα που εκτεινόταν σε όλα τα Βαλκάνια και το Λιμάνι της εξυπηρετούσε όλη αυτήν την περιοχή. Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και την εγκαθίδρυση κομμουνιστικών καθεστώτων σε γειτονικές χώρες έκλεισαν τα σύνορα και περιορίστηκε ο ρόλος της, αλλά με την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων την περίοδο 1989-1990 δημιουργήθηκαν πάλι οι προϋποθέσεις να καταστεί εμπορικό και πνευματικό κέντρο της ευρύτερης βαλκανικής περιοχής. Ηταν η πιο κοντινή, στις γειτονικές χώρες, μεγάλη πόλη -με κάποιες υποδομές- σε χώρα - μέλος της ΕΕ, στην οποία διακαώς επιθυμούσαν συμμετοχή οι γειτονικές χώρες. Εδώ μπορούσαν να εδρεύουν οι φορείς της ΕΕ που θα απευθύνονταν στα Βαλκάνια και θα μπορούσε να είναι και ο αγαπημένος τουριστικός προορισμός των γειτονικών λαών. Δυστυχώς η χώρα μας δεν αξιοποίησε τις ευκαιρίες που δημιουργήθηκαν αλλά και οι φορείς της πόλης δεν είχαν ένα κοινό όραμα ανάδειξης της πόλης με αξιοποίηση της ιστορικής συγκυρίας.
Αν υπήρχε το όραμα και χωρίς τη συνδρομή της κεντρικής εξουσίας, οι τοπικοί φορείς πολλά μπορούσαν να κάνουν. Θα μπορούσαν π.χ. να στηριχθούν και να λειτουργούν οι διαβαλκανικές ενώσεις που δημιουργήθηκαν με έδρα τη Θεσσαλονίκη (ένωση βαλκανικών δικηγορικών συλλόγων, οικονομικών πανεπιστημίων ΝΑ Ευρώπης, ειδησεογραφικών πρακτορείων, κρατικών θεάτρων ΝΑ Ευρώπης κ.λπ.), αλλά και να επιδιωχθεί η λειτουργία θεσμών υπερεθνικής εμβέλειας. Θα μπορούσαν ακόμη να γίνουν και κάποια πιο απλά: ο οργανισμός προβολής της Θεσσαλονίκης να ενημερώνει συχνά τα ΜΜΕ γειτονικών χωρών με δελτία τύπου στη γλώσσα κάθε χώρας για τα μουσεία της Θεσσαλονίκης, τις περιοδικές εκθέσεις τους, τις πολιτιστικές εκδηλώσεις, το ωράριο αγοράς κ.λπ. Θα έρχονταν περισσότεροι επισκέπτες από γειτονικές χώρες, αν ήξεραν ότι το Σαββατοκύριακο που θα έρχονταν, πέρα από την αγορά της πόλης, θα μπορούσαν να επισκεφτούν κάποια έκθεση σε μυσείο ή κάποια πολιτιστική εκδήλωση.
Ο δήμαρχος μερικές φορές έχει καλές ιδέες, αλλά λειτουργεί αυτοκαταστροφικά με την αντιφατική υπερβολή του… Δεν χρειάζεται να προβάλλουμε μόνον το σπίτι του Κεμάλ για να έρθουν Τούρκοι τουρίστες ή να προβάλλουμε μόνον την ιστορία των Εβραίων της πόλης. Υπάρχουν και αυτά, αλλά να μην ξεχνούμε ότι η Θεσσαλονίκη έχει ιστορία αιώνων, ταυτισμένη με τον ελληνισμό, και ήταν πάντα η πόλη που εξέφραζε τον οικουμενικό ελληνισμό, τους ανοιχτούς ορίζοντες. Είναι σίγουρο ότι περισσότεροι Τούρκοι και Εβραίοι θα έρχονταν, αν μάθαιναν και ποια άλλα μνημεία ή μουσεία έχει η Θεσσαλονίκη, ενώ δεν νομίζω ότι θα απαιτούνταν μεγάλη δαπάνη για τη συγκρότηση μιας ομάδας που θα ενημέρωνε τακτικά ΜΜΕ γειτονικών χωρών για το «γίγνεσθαι» της Θεσσαλονίκης.
Η Θεσσαλονίκη χρειαζόταν και χρειάζεται θεσμούς και γεγονότα υπερεθνικής εμβέλειας και δυστυχώς οι προσπάθειες που έγιναν σε αυτήν την κατεύθυνση δεν στηρίχθηκαν. Ακόμη και σήμερα οι εκπρόσωποι της πόλης διαβάζουν ότι οδηγούνται σε κατάργηση το Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου και το Ινστιτούτο Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, που με τη λειτουργία τους έδιναν τόνο υπερεθνικής εμβέλειας, κι ότι μετά την κατάργηση της ΕΤ3 κινδυνεύει η πόλη να μην έχει κανάλι εθνικής εμβέλειας που να προβάλλει την περιφέρεια… Κι ενώ έπρεπε να έχουν ξεσηκωθεί όλοι για να αποτρέψουν υποβάθμιση της πόλης, δυστυχώς σιωπούν… Το επαναλαμβάνουμε: χρειάζεται όραμα για τη Θεσσαλονίκη αλλά και καθημερινός αγώνας όλων και κυρίως των εκπροσώπων της πόλης για να υλοποιηθεί.
ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΑΡΟΥΦΑ δικηγόρου, πρώην προέδρου του ΔΣΘ