Πέμπτη 9 Ιουλίου 2015

Για να μην είναι μόνο σύνθημα η ανάπτυξη

Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 (καλώς η κακώς έγινε) αποτελεί παρελθόν για τη χώρα ενώ τώρα πρέπει να μας ενδιαφέρει η επόμενη μέρα γιατί η χώρα βιώνει ασφυκτικά αδιέξοδα και πρέπει άμεσα να δρομολογηθεί λύση.
Οι εταίροι μας στην Ε.Ε πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι η συνταγή τους ήταν λάθος κι όπως δήλωσε πριν μερικά χρόνια ο Γερμανός οικονομολόγος Μπόφινγκερ: «Η στρατηγική του σόκ έχει αποτύχει. Υπό συνθήκες σπειροειδούς φθίσης της οικονομίας οι περικοπές δεν προσφέρουν τίποτα. Το ζητούμενο είναι προγράμματα ανάκαμψης».
Στην χώρα μας, με εντολή των δανειστών, επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση της κρίσης με περικοπές δαπανών και νέους φόρους για αύξηση εσόδων αλλά δεν ασχολήθηκε κανείς ουσιαστικά με το θέμα της ανάπτυξης, γιατί έβλεπαν το δένδρο αλλά έχαναν την εικόνα του δάσους. Στη χώρα μας υπήρχε ανάγκη μεταρρυθμίσεων για να λειτουργούν ουσιαστικά οι θεσμοί, ανάγκη ανασύνταξης του κράτους με περιστολή δαπανών αλλά και υλοποίηση αναπτυξιακού προγράμματος με αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας.
Γι΄ αυτό έπρεπε εδώ και χρόνια να υλοποιηθεί ένα σχέδιο σωτηρίας της με τρία σκέλη: 1)περιστολής δαπανών, 2)ανάπτυξης της χώρας με αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της και 3)θεσμικών μεταρρυθμίσεων. Δηλαδή μαζί με τις αναγκαίες περικοπές δαπανών και τη σμίκρυνση του δημόσιου τομέα θα έπρεπε να παρουσιασθεί και ολοκληρωμένο σχέδιο ανάπτυξης το οποίο π.χ. να έχει στόχο (μέσω συγκεκριμένων δράσεων ) να έχουμε 30 εκατομμύρια τουριστών υψηλού οικονομικού επιπέδου για να αυξηθούν τα έσοδα από τον τουρισμό, τα 14 περίπου δισ.. Ευρώ που φέρνει ετησίως σε συνάλλαγμα η Εμπορική μας ναυτιλία να γίνουν 20,τον προσανατολισμό της γεωργίας μας σε νέες καλλιέργειες με πραγματική παραγωγή και εξαγωγές, την αξιοποίηση των άλλων πλουτοπαραγωγικών μας πηγών (ορυκτός πλούτος κλπ.) και την δημιουργία υποδομής για προσέλκυση καινοτόμων επενδύσεων.
Τέλος και επειδή η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική μαζί με όλα αυτά έπρεπε να υλοποιηθεί ένα βραχυχρόνιο σχέδιο θεσμικών αλλαγών που μπορούσαν να γίνουν χωρίς να απαιτείται Συνταγματική αναθεώρηση (π.χ. μείωση του αριθμού των Βουλευτών σε 200) που θα έδινε τον τόνο λιτότητας, αλλά και ταυτόχρονα έπρεπε να παρουσιαστεί και ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο ανασύνταξης του κράτους και ουσιαστικής λειτουργίας των θεσμών μέσω της Συνταγματικής αναθεώρησης που μπορούσε να έχει αρχίσει ως διαδικασία από τον Μάϊο του 2013.
Τέτοιο ολοκληρωμένο σχέδιο σωτηρίας και ανάπτυξης της χώρας δεν παρουσιάστηκε, δεν συζητήθηκε και κυρίως δεν συμφωνήθηκε από τον πολιτικό κόσμο ακόμη. Το αποτέλεσμα ήταν η χώρα να βιώνει τέλμα με μεγαλύτερη ύφεση κάθε χρόνο, να φεύγουν οι νέοι της στο εξωτερικό και απελπισμένοι οι πολίτες να στρέφονται και στα άκρα και τα αδιέξοδα να γίνονται εκρηκτικά.
Για να δημιουργηθεί ελπίδα ανάκαμψης και προοπτικής για τη χώρα πρέπει άμεσα να υπάρξει συμφωνία με την Ε.Ε που θα εξασφαλίζει την επιβίωση της χώρας αλλά ταυτόχρονα να εκπονηθεί και υλοποιηθεί σχέδιο ανάπτυξης της και ταυτόχρονα να υλοποιηθούν πραγματικές μεταρρυθμίσεις. Παράλληλα επειδή η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική, εν όψει και του γεγονότος ότι από τον Μάϊο του 2013 μπορούσε να αρχίσει η διαδικασία νέας Συνταγματικής αναθεώρησης, πρέπει με πρωτοβουλία του πρωθυπουργού και με αφορμή την αναγκαία αναθεώρηση του Συντάγματος να επιδιωχθεί μέσω ουσιαστικού διαλόγου με τον πολιτικό κόσμο αλλά και επιστημονικούς και επαγγελματικούς φορείς επίτευξη όσο το δυνατόν πιο ευρείας συναίνεσης για μια τολμηρή συνταγματική αναθεώρηση που μπορεί να λειτουργήσει αναζωογονητικά για τη χώρα. Μόνο έτσι θα σταματήσει η λέξη ανάπτυξη να εκφωνείται ως κούφιο σύνθημα και μόνο έτσι θα υπάρχει ελπίδα προοπτικής για τη χώρα.

Ο Δημήτρης Γαρούφας είναι δικηγόρος-πρώην πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης

Με το βλέμμα στο μέλλον της Ελλάδας

Το δημοψήφισμα ως θεσμός προβλέπεται στο Σύνταγμά μας στο άρθρο 44 παρ.2 όπου προβλέπεται ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα, ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των Βουλευτών που λαμβάνεται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Δηλαδή θέτει τόσες προϋποθέσεις ώστε δημοψήφισμα μπορεί να γίνει μόνο αν το θέλει η κυβέρνηση και η πλειοψηφία της Βουλής και γι αυτό δεν είχε γίνει κανένα δημοψήφισμα με το ισχύον Σύνταγμα.
Ιστορικά στο Νεοελληνικό κράτος τα δημοψηφίσματα που έγιναν είχαν σχέση με το πολιτειακό και σχεδόν όλα αμφισβητήθηκαν ενώ στην πράξη το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος συνήθως ήταν υπέρ της άποψης αυτού που το διοργάνωνε ενώ ο το τελευταίο έγινε τον Δεκέμβρη του 1974 στο οποίο αποφασίστηκε η μορφή του πολιτεύματος μας.
Στην διάρκεια της μεταπολίτευσης αρκετές φορές εκφράστηκαν απόψεις υπέρ αλλαγής της Συνταγματικής διάταξης ώστε υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις (π.χ. να έχει περάσει έτος από διοργάνωση προηγούμενου δημοψηφίσματος) και για συγκεκριμένα θέματα (π.χ. θέματα που άπτονται ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο δημοψηφίσματος) να είναι υποχρεωτική η διεξαγωγή δημοψηφίσματος αν το ζητά συγκεκριμένος αριθμός Βουλευτών και πολιτών. Τα επιχειρήματα υπέρ των δημοψηφισμάτων είναι ότι αποκτά το πολίτευμα χροιά άμεσης δημοκρατίας, ότι γίνεται πιο συμμετοχική η δημοκρατία μας και ενθαρρύνεται η δημιουργία κοινωνίας ενεργών πολιτών.
Ανέφερα όλα τα ανωτέρω προεισαγωγικά για να επισημάνω ότι προσωπικά είμαι υπέρ της δυνατότητας διεξαγωγής δημοψηφισμάτων για πολύ σοβαρά θέματα και μάλιστα με ομιλία μου σε επιστημονική εκδήλωση που είχε διοργανώσει στις 6-6-2005 ο Δ.Σ.Θ με το Κ.Δ.Ε.Ο.Δ στην Θεσσαλονίκη (το κείμενο περιέχεται στο βιβλίο μου με τίτλο «Με το βλέμμα στο μέλλον» εκδ.ΙΑΝΟΣ 2014,σελ.157-159) ανέλυσα για ποιους λόγους επιβάλλεται η αλλαγή της σχετικής διάταξης του άρθρου 44 του Συντάγματός μας, αλλά τώρα η απόφαση της κυβέρνησης για το επικείμενο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 αιφνιδίασε και ξένισε. Κατ΄ αρχήν αντικειμενικά γίνεται χωρίς επαρκή χρόνο για δημοκρατικό διάλογο και ενημέρωση των πολιτών, με αμφισβητούμενη την Συνταγματική νομιμότητα και με πολύ μεγάλη σύντμηση προθεσμιών, όσον αφορά την εκλογική διαδικασία, που δίνει την εντύπωση της προχειρότητας ενώ το ερώτημα προς τους πολίτες τίθεται με περίεργο και δυσνόητο ή σκόπιμα ασαφή τρόπο.
Ο γράφων πιστεύει ότι το όλο θέμα πρέπει να αντιμετωπισθεί με νηφαλιότητα και ψυχραιμία. Πρέπει με λογική επιχειρηματολογία να ενημερωθούν οι πολίτες για το τι σημαίνει το ΝΑΙ και τι το ΟΧΙ και κυρίως να ενημερωθούν και συνειδητοποιήσουν οι πολίτες τι θα φέρει το αποτέλεσμα για την Ελλάδα την επόμενη ημέρα και τι σε βάθος χρόνου. Φοβούμαι όμως ότι η ένταση που υπάρχει με εκατέρωθεν στομφώδεις διακηρύξεις και ύβρεις δεν συντελεί στην ενημέρωση των πολιτών και αντίθετα δημιουργεί κλίμα διχασμού.
Πιστεύω ότι ο διχασμός των πολιτών θα είναι καταστροφικός για τη χώρα,για μια χώρα που τον διχασμό τον πλήρωσε με εθνικές καταστροφές στο απώτερο η πρόσφατο παρελθόν. Πιστεύω ακόμη ότι η ψύχραιμη επιχειρηματολογία συμβάλλει περισσότερο στην ενημέρωση των πολιτών αλλά δυστυχώς οι ακραίοι της κάθε πλευράς έχουν επενδύσει το πολιτικό τους μέλλον στην δημιουργία κλίματος διχασμού κι ΄ αυτό είναι λυπηρό αλλά και τραγικό για τη χώρα. Τραγικό επίσης είναι το γεγονός ότι σε μια χώρα που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Ευρώπης κάποιοι προσπαθούν να δημιουργήσουν κλίμα αμφισβήτησης αυτού του γεγονότος. Γι΄ αυτό καλό θα ήταν να ξεκαθαρισθεί από όλες τις πλευρές ότι η σύνδεση της χώρας με την Ευρώπη δεν αμφισβητείται κι΄ ότι το δημοψήφισμα δεν αμφισβητεί την Ευρωπαϊκή πορεία της χώρας και γίνεται καθαρά για λόγους διαπραγματευτικής τακτικής. Η επιχειρηματολογία ότι το ΝΑΙ σημαίνει ότι μένουμε Ευρώπη και το ΟΧΙ ότι φεύγουμε από την Ευρώπη σίγουρα αυξάνει τις ψήφους του ΝΑΙ(γιατί η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών πιστεύει στην Ευρωπαϊκή πορεία της χώρας) αλλά θα δημιουργήσει τεράστιο πρόβλημα για τη χώρα σε περίπτωση που υπερισχύσει το ΟΧΙ.
Ο Ελληνας πολίτης είναι πληγωμένος κι΄ απογοητευμένος μετά από 5 χρόνια εξοντωτικής λιτότητας και από το πολιτικό μας προσωπικό γιατί δεν φρόντισε να υπάρχει δίκαιη κατανομή βαρών αλλά και γιατί δεν υλοποίησε τις μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η χώρα. Πληγώνεται ακόμα κι΄ από τους αξιωματούχους της Ε.Ε που λένε τώρα προκλητικά ότι έχουν χρήματα για υλοποίηση αναπτυξιακού σχεδίου στην Ελλάδα κι΄ αναρωτιέται: γιατί δεν τα έδιναν τόσα χρόνια αυτά τα χρήματα; Από την άλλη πλευρά βλέπει την κυβέρνηση που τον καλεί να πει ΟΧΙ στις προτάσεις των δανειστών αλλά επιμελώς δεν του λέει τι θα γίνει την επόμενη μέρα, δηλαδή πως θα εξελιχθεί η κατάσταση στην Ελλάδα αν πει ΟΧΙ στις προτάσεις των δανειστών κι΄ αναρωτιέται μήπως το ΟΧΙ θα έχει καταστρεπτικά αποτελέσματα.
Εν όψει του επικειμένου δημοψηφίσματος οφείλουν να λάβουν θέση εμφανιζόμενοι στο προσκήνιο (κι΄ όχι μέσω κύκλων η γραπτών δηλώσεων) όλοι οι ασκήσαντες εξουσία στη χώρα και ιδιαίτερα οι διατελέσαντες πρωθυπουργοί, και να ξέρουν ότι μετά από κάποια αυτοκριτική θα ακούγονται πιο πειστικά τα όποια επιχειρήματά τους, ενώ θα ήταν χρήσιμο για τη χώρα το σύνολο η τουλάχιστον η πλειοψηφία του πολιτικού κόσμου να ξεκαθαρίσει ότι θεωρεί δεδομένη την Ευρωπαϊκή πορεία της χώρας και γι΄ αυτό να μην επιτρέπουν σε Ευρωπαίους αξιωματούχους να την αμφισβητούν αμετροεπώς.

Ο γράφων δεν τρέφει αυταπάτες και γνωρίζει ότι μέσα σε συνθήκες έντασης οι ψύχραιμες τοποθετήσεις παραμερίζονται ενώ είναι δεδομένο ότι οι ΄Ελληνες πολίτες σήμερα είναι πελαγωμένοι, βαθειά πληγωμένοι ζώντας επί 5 χρόνια σε τέλμα χωρίς ο πολιτικός κόσμος να τους προσφέρει ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Νομίζω όμως ότι το δημοψήφισμα δεν προσφέρεται για να τιμωρήσουν τον πολιτικό κόσμο για τις ολιγωρίες του, για την μη υλοποίηση των πραγματικών μεταρρυθμίσεων που έχει ανάγκη η χώρα, για την αναξιοκρατία,για την οικογενειοκρατία, για την έλλειψη οράματος και την εμφανή διαφθορά..Εδώ είμαστε. Θα έρθει άλλη ώρα γι΄ αυτό. Τώρα καλώς η κακώς γίνεται το συγκεκριμένο δημοψήφισμα και πρέπει οι μεν πολιτικές δυνάμεις να θεωρούν δεδομένη την Ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας κι αυτό το μήνυμα να σταλεί και εμπεδωθεί και στην Ε.Ε, μη επιτρέποντας σε κανένα αξιωματούχο της να το αμφισβητεί, ενώ οι πολίτες οφείλουν με ψυχραιμία και νηφαλιότητα να ακούνε επιχειρήματα κι΄ όχι συνθήματα και να αποφασίσουν με βάση την ψυχρή λογική κι ΄όχι με το θυμικό, πάντα με το βλέμμα στο μέλλον της Ελλάδας.

Ο Δημήτρης Γαρούφας είναι δικηγόρος-συγγραφέας, πρώην πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης.

Προϋποθέσεις ανάπτυξης

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν έχει κλείσει συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και δανειστών, αλλά έχουν παρουσιαστεί οι προτάσεις και των δύο πλευρών, με στόχευση -υποτίθεται- να γίνει βιώσιμο το ελληνικό χρέος και να συνεχιστεί η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας.
Φοβούμαι πως και οι δυο προτάσεις δε λύνουν το ελληνικό πρόβλημα, γιατί, όπως έγινε και με τις προηγούμενες συμφωνίες (μνημόνια), προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα με επιβολή νέων φόρων σε μια χώρα που έχει εξαντληθεί η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών, με αποτέλεσμα μεγαλύτερη ύφεση.
Δεν έχει νόημα να ξαναπούμε τους λόγους για τους οποίους φτάσαμε εδώ που φτάσαμε, αλλά επιγραμματικά μόνον υπενθυμίζω ότι έχει βαριά ευθύνη το πολιτικό προσωπικό της χώρας που ήταν κατώτερο των περιστάσεων και εκμαύλιζε τους πολίτες με σωρηδόν διορισμούς στο Δημόσιο, πρόωρες συνταξιοδοτήσεις και θέσπιση επιδομάτων του τύπου «έγκαιρης προσέλευσης στην εργασία». Αυτό το πολιτικό προσωπικό ακόμη και σήμερα δε λειτουργεί ηγετικά, γιατί επιβάλλει φόρους από το πρώτο ευρώ στους μικροεπαγγελματίες αλλά οι εκπρόσωποί μας στο Κοινοβούλιο έχουν σε ποσοστό 75% αφορολόγητες τις συνολικές αποδοχές τους.
Το πρόβλημα της χώρας είναι η απουσία ανάπτυξης, γιατί επί 5 χρόνια ακούμε τη λέξη ανάπτυξη ως σύνθημα αλλά δεν είδαμε να εκπονείται και να υλοποιείται κάποιο σχέδιο που π.χ. θα στοχεύει να έχουμε 30 εκατομμύρια τουριστών υψηλού εισοδηματικού επιπέδου, τα 14 δισ. ευρώ από εμπορική ναυτιλία να γίνουν 20-25, να έχουμε πραγματική αγροτική παραγωγή με εξαγωγικό χαρακτήρα, να προσελκύσουμε καινοτόμες επενδύσεις και να υπάρξουν συγκεκριμένες δράσεις αξιοποίησης των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας. Το πρωτεύον για τη χώρα μας θα ήταν η εκπόνηση και υλοποίηση αναπτυξιακού σχεδίου, με βάση το οποίο θα αρχίσει να αυξάνεται το ΑΕΠ και θα δημιουργούνται θέσεις εργασίας, αλλά προς αυτήν την κατεύθυνση επί 5 χρόνια ακούμε μόνο συνθήματα, ενώ με βάση έναν τέτοιο σχεδιασμό θα μπορούσαμε να ζητούμε από τους δανειστές χρήματα για ανάπτυξη κι όχι για εξόφληση παλιών χρεών.
Φίλοι από τον επιχειρηματικό χώρο μου λένε ότι, για να υπάρξουν επενδύσεις, χρειάζεται λιγότερη φορολογία, σταθερό φορολογικό σύστημα και κλίμα, που δε θα ενοχοποιεί την επιχειρηματικότητα. Σήμερα θα έλεγα ότι, με εξαίρεση τον τουρισμό, ελάχιστοι θα διακινδύνευαν τα χρήματά τους για να επενδύσουν στην Ελλάδα και η ανάπτυξη θα μείνει ως σύνθημα, γιατί λείπει το όραμα και το γενικό πλάνο ανάπτυξης που θέλουμε αλλά και το θάρρος υλοποίησης μεταρρυθμίσεων. Μόνοι μας έπρεπε να έχουμε κάνει τις μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η χώρα. Με δική μας πρωτοβουλία π.χ. έπρεπε από χρόνια να κόψουμε τις πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, γιατί ήταν σκάνδαλο για ψηφοθηρικούς λόγους να δίνονται συντάξεις σε ανθρώπους 45 ή 50 ετών, και με δική μας πρωτοβουλία έπρεπε να μειωθεί ο αριθμός των δημόσιων υπαλλήλων που πρέπει να αξιολογούνται. Με δική μας πρωτοβουλία έπρεπε να έχουμε ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης με σμίκρυνση του χρόνου δικαστικών διακοπών και με εφαρμογή «δικαστηριακού Καποδίστρια», με κατανομή των υπηρετούντων δικαστών και δικαστικών υπαλλήλων στα δικαστήρια της χώρας ανάλογα με τον πληθυσμό και τον όγκο υποθέσεων, γιατί είναι αδιανόητο σε κάποιο πρωτοδικείο ένας πρωτοδίκης να εκδίδει 40 αποφάσεις το χρόνο και σε κάποια άλλα να εκδίδονται ανά δικαστή 240 αποφάσεις.
Πολλά θα μπορούσαν να γίνουν με θεαματικά αποτελέσματα εκσυγχρονισμού της χώρας και δημιουργίας προϋποθέσεων ανάπτυξης, αρκεί ο πολιτικός κόσμος να λειτουργεί ηγετικά και να έχει το θάρρος υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων που έχει ανάγκη η χώρα.


ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΑΡΟΥΦΑ
δικηγόρου, πρώην προέδρου του ΔΣΘ

Η χαμένη ευκαιρία για την Ελλάδα και τον Ελληνισμό

Με αφορμή προηγούμενο άρθρο μου για την FYROM στο πλαίσιο βαλκανικών εξελίξεων δέχθηκα(τηλεφωνικά και μέσω διαδικτύου) ερωτήσεις από αναγνώστες σχετικά με αυτό που αναφέρω ως «χαμένη ευκαιρία του Ελληνισμού», δηλαδή με αυτά που θα έπρεπε η θα μπορούσε να πετύχει η πατρίδα μας στα Βαλκάνια μετά το 1990.
Γι’ αυτό το θέμα έχω συμμετάσχει ως εισηγητής σε συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό ενώ και στο τελευταίο βιβλίο μου («Με το βλέμμα στο μέλλον» εκδ. ΙΑΝΟΣ 2014) υπάρχουν εκτενείς αναφορές. Από αυτή τη στήλη πολύ συνοπτικά-επιγραμματικά, επισημαίνω ότι με την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων στις γειτονικές βαλκανικές χώρες την περίοδο 1989-1990 η χώρα μας ήταν η μόνη στα Βαλκάνια με δημοκρατικό πολίτευμα, σχετικά υψηλό βιοτικό επίπεδο και συμμετοχή στην Ε.Ε και το ΝΑΤΟ, δηλαδή σε φορείς που διακαώς επιθυμούσαν συμμετοχή οι γειτονικές χώρες. Στις γειτονικές χώρες οι πιο προοδευτικές δυνάμεις περίμεναν από την Ελλάδα πρωτοβουλίες που θα βοηθούσαν στον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας τους και την σωστή λειτουργία δημοκρατικών θεσμών ως προϋπόθεση για εν καιρώ ένταξη των στην Ε.Ε και το ΝΑΤO. Θα θυμάμαι πάντα τον πρόεδρο των δικηγόρων Αλβανίας Κλεάνθη Κότσι που τον Ιούνιο του 1995 μιλώντας στην ιδρυτική συνέλευση της «Ένωσης Βαλκανικών Δικηγορικών Συλλόγων» μας έλεγε: «εμείς είμαστε σαν μικρά παιδιά. Πάρτε μας από το χέρι να μας οδηγήσετε στην Ευρώπη».
Η ανταπόκριση στις προσδοκίες των γειτονικών χωρών θα αναβάθμιζε αντανακλαστικά την Ελλάδα σε περιφερειακή δύναμη και θα δημιουργούσε μια άλλη προοπτική για τον Ελληνισμό γιατί η χώρα μας αποκτούσε πλέον πολιτιστική και οικονομική ενδοχώρα. Θα μπορούσε να ζητήσει και να πετύχει, εν μέρει τουλάχιστον, οι φορείς της Ε.Ε που θα απευθύνονταν στα Βαλκάνια να εδρεύουν στην Ελλάδα ως πιο κοντινή χώρα της Ε.Ε, και μάλιστα στην πιο κοντινή μεγάλη πόλη, την Θεσσαλονίκη που είχε κάποιες υποδομές (ΑΠΘ και ΠΑΜΑΚ, ΟΛΘ, ΔΕΘ, Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου, Εθνική Σχολή Δικαστών κλπ.). Δυστυχώς το Ελλαδικό κράτος φάνηκε ανέτοιμο να παίξει τέτοιο ρόλο ενώ από την πλειοψηφία των πολιτικών μας έλειπε το όραμα ανάδειξης του Ελληνισμού με αξιοποίηση μιας μοναδικής ιστορικής ευκαιρίας, που παρουσιάζεται στη ζωή των εθνών μια φορά κάθε 100 χρόνια και γι΄ αυτό δεν αξιοποιήθηκε η συγκυρία και οι πολιτικοί μας αρκούνταν στην, βολική γι΄ αυτούς, απλή διαχείριση της εξουσίας…
Κάποιοι φορείς και πρόσωπα στη Βόρειο Ελλάδα,που έβλεπαν να χάνεται αναξιοποίηση η ευκαιρία, πήραν την πρωτοβουλία και δημιούργησαν διαβαλκανικές ενώσεις με έδρα τη Θεσσαλονίκη (ένωση βαλκανικών δικηγορικών συλλόγων, ένωση οικονομικών πανεπιστημίων Ν.Α Ευρώπης, ένωση θεάτρων Ν.Α Ευρώπης, δίκτυο βαλκανικών πόλεων, ένωση δημοσιογραφικών ενώσεων κλπ.) που παρά το ότι ήταν αποσπασματικές προσπάθειες συνέβαλλαν σε κάποιο βαθμό στην γνωριμία και επαφή επιστημονικών φορέων της περιοχής, την άμβλυνση των αντιθέσεων και την αναγνώριση από τις επιστημονικές τάξεις των βαλκανικών χωρών πρωταγωνιστικού ρόλου για την Ελλάδα στην περιοχή σε πολλούς τομείς κι΄ έτσι ενδεικτικά αναφέρω ότι υπήρξε εισήγηση της «Ένωσης Βαλκανικών Δικηγορικών Συλλόγων» στο Βουκουρέστι το 2006 για δημιουργία στη Θεσσαλονίκη Διεθνούς κέντρου διαιτησίας για εμπορικές διαφορές από τα Βαλκάνια. Στον χώρο του πολιτισμού είχαν συμφωνήσει τα εθνικά η κρατικά θέατρα των βαλκανικών χωρών με εποπτεία του ΚΘΒΕ να συναντώνται κάθε 2 χρόνια με παραστάσεις αρχαίου δράματος (τέτοια συνάντηση έγινε τον Ιούνιο του 2007 στη Θεσσαλονίκη) και άρχισαν συχνότερα να ανεβαίνουν στη Σόφια, Τίρανα, Βελιγράδι, Βουκουρέστι έργα του Αριστοφάνη, Ευρυπίδη κ.α.
Αν αυτές οι προσπάθειες(έχουν ατονήσει και πριν εκδηλωθεί η οικονομική κρίση) είχαν στηριχθεί τότε από την επίσημη πολιτεία και εντάσσονταν στο πλαίσιο ευρύτερης στρατηγικής θα είχαν γίνει θαύματα αλλά ενώ κάποιοι οραματιστές και πρωτοπόροι ξεκίνησαν την προσπάθεια, με θεαματικά αποτελέσματα σε κάποιους τομείς, οι Ελληνικές κυβερνήσεις με μικρές εξαιρέσεις, όχι μόνο δεν την στήριξαν αλλά από άγνοια η ενσυνείδητα την υπονόμευαν προτιμώντας την εσωστρέφεια, ενώ με ελάχιστα χρήματα μπορούσαν να γίνουν θαύματα και δεν θα υπήρχε χώρος για τις σημερινές κινήσεις της Τουρκίας που φιλοδοξεί και μεθοδικά το επιδιώκει να κερδίσει τις κοινωνίες των χωρών αυτών για να δημιουργήσει με προοπτική δεκαετιών κοινοπολιτεία των κρατών που συμπεριλαμβάνονταν κάποτε στην Οθωμανική αυτοκρατορία… Ενδεικτικά μόνο για το τι μπορούσε να επιτευχθεί αναφέρω ότι στην Βαλκανική δραστηριοποιούνται χιλιάδες επιχειρήσεις Ελληνικών συμφερόντων και συνήθως οι επιχειρηματίες αναζητούσαν για πρόσληψη εργαζόμενους που μιλούσαν και Ελληνικά με αποτέλεσμα ζωηρό ενδιαφέρον των νέων για εκμάθηση της Ελληνικής γλώσσας στη Βουλγαρία, FYROM, Αλβανία, Ρουμανία, Σερβία. Αν είχαμε δημιουργήσει έγκαιρα ένα φορέα επίσημης διδασκαλίας Ελληνικής γλώσσας, κάτι σαν το Ινστιτούτο Γκαίτε, με παραρτήματα στις μεγάλες Βαλκανικές πόλεις, είναι σίγουρο ότι η Ελληνική γλώσσα θα ήταν σε κάποιο βαθμό η γλώσσα εργασίας στα Βαλκάνια, όπως την εποχή του Ρήγα Φεραίου. Γι΄ αυτό άλλωστε στο τμήμα Νεοελληνικής φιλολογίας που ιδρύθηκε το 1993 στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας κάθε χρόνο, και μέχρι πρόσφατα, υπήρχαν περίπου 2.800 υποψήφιοι που συναγωνίζονταν για 25 θέσεις ενώ για το αντίστοιχο τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας υπήρχαν οι μισοί υποψήφιοι. Γι΄ αυτό τον λόγο ακόμη σε πόλεις γειτονικών χωρών λειτουργούν ιδιωτικά φροντιστήρια Ελληνικής γλώσσας(π.χ. Στο Μοναστήρι της FYROM λειτουργούν 3 φροντιστήρια.)
Δεν έχει νόημα τώρα να πούμε περισσότερα για την ολιγωρία του Ελληνικού κράτους και της πλειοψηφίας των Ελλήνων πολιτικών που άσκησαν εξουσία. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα καταδικάσει την ολιγωρία τους γιατί λόγω έλλειψης οράματος απεμπόλησαν μια ιστορική ευκαιρία ανάδειξης της Ελλάδας σε πρωταγωνιστικό ρόλο στην Βαλκανική, όπου προβάλλοντας την ευρωπαϊκή προοπτική έπρεπε να λειτουργεί ως παράγοντας ειρήνης και σταθερότητας με βάση τις αρχές του οικουμενικού Ελληνισμού, αλλά και γιατί την ίδια εποχή οδήγησαν τη χώρα σε χρεωκοπία και παρακμή.


Ο Δημήτρης Γαρούφας είναι δικηγόρος, πρώην πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης