Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Η χαμένη ευκαιρία του ελληνισμού...

Με αφορμή προηγούμενο άρθρο μου, δέχτηκα μέσω διαδικτύου αλλά και τηλεφωνικά ερωτήσεις από αναγνώστες σχετικά με αυτά που θα έπρεπε ή θα μπορούσε να κάνει η πατρίδα μας στα Βαλκάνια και τη νοτιανατολική Ευρώπη.
Πολύ συνοπτικά επισημαίνω ότι με την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων στις γειτονικές χώρες την περίοδο 1989-1990, η χώρα μας ήταν η μόνη στα Βαλκάνια με δημοκρατικό πολίτευμα, σχετικά υψηλό βιοτικό επίπεδο και συμμετοχή στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ, δηλαδή σε φορείς που διακαώς επιθυμούσαν συμμετοχή οι γειτονικές χώρες. Στις γειτονικές χώρες οι πιο προοδευτικές δυνάμεις περίμεναν από την Ελλάδα πρωτοβουλίες που θα βοηθούσαν στον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας τους και τη σωστή λειτουργία δημοκρατικών θεσμών ως προϋπόθεση για εν καιρώ ένταξή των στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ… Θα θυμάμαι πάντα τον πρόεδρο των δικηγόρων Αλβανίας Κλεάνθι Κότσι που το 1995 μας έλεγε: «Εμείς είμαστε σαν μικρά παιδιά. Πάρτε μας από το χέρι να μας οδηγήσετε στην Ευρώπη».
Η ανταπόκριση στις προσδοκίες των γειτονικών χωρών θα αναβάθμιζε αντανακλαστικά την Ελλάδα σε περιφερειακή δύναμη και θα δημιουργούσε μια άλλη προοπτική για τον ελληνισμό γιατί η χώρα μας αποκτούσε πλέον πολιτιστική και οικονομική ενδοχώρα. Θα μπορούσε οι φορείς της ΕΕ που θα απευθύνονταν στα Βαλκάνια να εδρεύουν στην Ελλάδα ως πιο κοντινή χώρα της ΕΕ, και στην πιο κοντινή μεγάλη πόλη, τη Θεσσαλονίκη που είχε και κάποιες υποδομές( ΑΠΘ και ΠΑΜΑΚ, ΟΛΘ, ΔΕΘ, Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου, Εθνική Σχολή Δικαστών κ.λπ.). Δυστυχώς, το ελλαδικό κράτος φάνηκε ανέτοιμο να παίξει τέτοιο ρόλο, ενώ από την πλειοψηφία των πολιτικών μας έλειπε το όραμα ανάδειξης του ελληνισμού με αξιοποίηση μιας μοναδικής ιστορικής ευκαιρίας, που παρουσιάζεται στη ζωή των εθνών μια φορά κάθε 100 χρόνια και γι΄ αυτό δεν αξιοποιήθηκε η συγκυρία και οι πολιτικοί μας αρκούνταν στη, βολική γι' αυτούς, απλή διαχείριση της εξουσίας…
Κάποιοι φορείς και πρόσωπα στη Βόρεια Ελλάδα, που έβλεπαν να χάνεται αναξιοποίητη η ευκαιρία, δημιούργησαν διαβαλκανικές ενώσεις με έδρα τη Θεσσαλονίκη (Ενωση Βαλκανικών Δικηγορικών Συλλόγων, Οικονομικών Πανεπιστημίων ΝΑ Ευρώπης, Ενωση Θεάτρων ΝΑ Ευρώπης κ.λπ.) που, παρά το ότι ήταν αποσπασματικές προσπάθειες, συνέβαλαν στην επαφή επιστημονικών φορέων της περιοχής, την άμβλυνση των αντιθέσεων και την αναγνώριση πρωταγωνιστικού ρόλου για την Ελλάδα. Αν αυτές οι προσπάθειες είχαν στηριχθεί από την επίσημη Πολιτεία και εντάσσονταν στο πλαίσιο ευρύτερης στρατηγικής, θα είχαν γίνει θαύματα ...αλλά ενώ κάποιοι οραματιστές και πρωτοπόροι ξεκίνησαν με θεαματικά αποτελέσματα την προσπάθεια, η ελληνική κυβέρνηση (διαχρονικά) όχι μόνο δεν τη στήριξε αλλά από άγνοια ή ενσυνείδητα την υπονόμευσε, προτιμώντας το τέλμα του παρελθόντος… ενώ με ελάχιστα χρήματα μπορούσαν να γίνουν θαύματα… Ενδεικτικά μόνο θα αναφέρω ότι στη Βαλκανική δραστηριοποιούνται χιλιάδες επιχειρήσεις ελληνικών συμφερόντων και συνήθως οι επιχειρηματίες αναζητούσαν εργαζομένους που μιλούσαν και ελληνικά, με αποτέλεσμα ζωηρό ενδιαφέρον των νέων για εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας. Αν είχαμε δημιουργήσει ένα φορέα διδασκαλίας ελληνικής γλώσσας, κάτι σαν το Ινστιτούτο «Γκαίτε», με παραρτήματα στις μεγάλες βαλκανικές πόλεις, είναι σίγουρο ότι η ελληνική γλώσσα θα ήταν η γλώσσα εργασίας στα Βαλκάνια… Γι΄ αυτό, άλλωστε, στο τμήμα Νεοελληνικής Φιλολογίας που ιδρύθηκε το 1993 στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας κάθε χρόνο, και μέχρι πρόσφατα, υπήρχαν περίπου 2.800 υποψήφιοι που συναγωνίζονταν για 25 θέσεις ενώ για το αντίστοιχο τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας υπήρχαν οι μισοί υποψήφιοι.
Δεν έχει νόημα τώρα να πούμε περισσότερα για την ολιγωρία της πλειονότητας των Ελλήνων πολιτικών που άσκησαν εξουσία. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα τους καταδικάσει γιατί, λόγω έλλειψης οράματος, απεμπόλησαν μια ιστορική ευκαιρία ανάδειξης του ελληνισμού σε πρωταγωνιστή στη Βαλκανική (όπου έπρεπε να λειτουργεί ως παράγοντας ειρήνης και σταθερότητας) αλλά και γιατί την ίδια εποχή οδήγησαν τη χώρα σε χρεοκοπία και παρακμή, λόγω έλλειψης θάρρους για λήψη των αναγκαίων αποφάσεων.

Του Δημήτρη Γαρούφα
δικηγόρου, συγγραφέα, πρώην προέδρου του ΔΣΘ

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Γιατί τα Σκόπια κλέβουν από την ιστορία μας...

«Ο Παππούς μου ήταν Βλάχος και είχε Ελληνικό επίθετο… Το 1912 το Μοναστήρι το πήραν οι Σέρβοι κι έτσι αναγκασθήκαμε να κάνουμε το επίθετο να λήγει σε ''ιβιτς''. Το 1941 που ήρθαν οι Βούλγαροι το κάνανε να λήγει σε ''εφ'' και το 1944 που έκανε ο Τίτο κράτος με το όνομα ''Μακεδονία'' το κάνανε να λήγει σε ''εφσκυ''… Ετσι, η οικογένειά μου άλλαξε επίθετο τρεις φορές σε έναν αιώνα…».
Αυτή ήταν η -με δόση χιούμορ- απάντηση ελληνικής καταγωγής δικηγόρου από το Μοναστήρι, όταν τον ρώτησα για τη ρίζα του επωνύμου του πριν από μερικές μέρες που βρέθηκα στο Μοναστήρι, συνοδεύοντας -ως δικηγόρος- πετυχημένο Ελληνα επιχειρηματία που ξένη πολυεθνική του ανέθεσε την αντιπροσωπεία προϊόντων της και για τη FYROM.
Το Μοναστήρι, με 110.000 περίπου κατοίκους, έχει 5% Αλβανούς, βλαχόφωνους που διαπρέπουν στα επιστημονικά επαγγέλματα (το 15% των δικηγόρων της πόλης είναι βλαχόφωνοι) και διατηρούνται αναπαλαιωμένα αρκετά κτίρια που ανήκαν σε Ελληνες πριν από το 1912. Εχει και τρία φροντιστήρια Ελληνικής Γλώσσας, γιατί υπάρχει ενδιαφέρον για την εκμάθησή της από νέους και με την ελπίδα πρόσληψής τους σε επιχειρήσεις Ελλήνων που δραστηριοποιούνται εκεί.
Εχω ξαναπάει στο Μοναστήρι, όπως και σε άλλες πόλεις της FYROM, ενώ είχα την τύχη, και ως πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, την περίοδο 2005-2008, να γνωρίσω ανθρώπους από τον επιστημονικό χώρο, να αποκτήσω επαφή με πληθυσμούς ελληνικής καταγωγής, να μιλήσω σε συνέδρια όπου συνάντησα πολιτικούς τους αλλά και τον Κ. Γκλιγκόροφ (στη γιορτή για τα 50 χρόνια της ίδρυσης του δικηγορικού τους συλλόγου, το Μάιο του 2005, σε αίθουσα του Κοινοβουλίου τους, ήμουν ο μόνος από 23 ξένες αντιπροσωπείες που στο χαιρετισμό τους ανέφερα ως FYROΜ -και φυσικά δεν τους άρεσε).
Σήμερα υπάρχει εμφανής οικονομική κρίση και τεράστια ανεργία, με το μέσο μισθό στα 300 ευρώ, αλλά με επάρκεια προϊόντων και επενδυτικό ενδιαφέρον. Υπάρχουν μετριοπαθείς άνθρωποι με γνώση Ιστορίας, που γελούν με την τοποθέτηση αγαλμάτων του Αλεξάνδρου και του Φιλίππου στις πλατείες. Αλλά αυτοί αποτελούν μειοψηφία και, όπως μου ανέλυε φίλος, η ηγεσία των Σκοπίων δεν τοποθετεί αγάλματα για να τα αποσύρει στο πλαίσιο κάποιας συμφωνίας. Τοποθετεί τα αγάλματα: α) γιατί θέλει οι σημερινοί νέοι να μεγαλώσουν με αυτά, θεωρώντας τα κομμάτι της ιστορίας τους, β) για να κόψει τον ομφάλιο λώρο με Βουλγαρία (όπως οραματιζόταν από το 1903 ο Μισίρκοφ) και γ) για να δημιουργήσει αίσθημα περηφάνιας στους πολίτες της FYROM... έστω και με κλεμμένους ήρωες και ιστορία.
Υπενθυμίζω ότι η Βουλγαρία, αναπτύσσοντας επιτυχώς πολιτική «εκβουλγαρισμού», έχει χορηγήσει βουλγαρική υπηκοότητα σε περίπου 80.000 Σλάβους (η αλήθεια είναι ότι αρκετοί τη ζητούν για να αποκτήσουν ταυτότητα χώρας - μέλους της ΕΕ), με στόχο να δημιουργήσει βουλγαρική συνείδηση σε τμήμα του πληθυσμού, ενώ, σε ό,τι αφορά τον αλβανικό πληθυσμό, με όσους συζήτησα όλοι τους, μετριοπαθείς και εθνικιστές, συμφωνούν στην αντιπάθεια προς τους Αλβανούς…
Το ερώτημα είναι τι κάνει η Ελλάδα… Η απάντηση είναι: λίγα πράγματα... σχεδόν τίποτα (εκτός από κάποια σωματεία που στηρίζουν φροντιστήρια Ελληνικής Γλώσσας). Δεν έχει νόημα να εξειδικεύσω αυτό το «τίποτα», ούτε αυτά που έπρεπε να γίνουν και δε γίνονται (σε ανύποπτο χρόνο έχουν αναφερθεί αρμοδίως αλλά χωρίς αποτέλεσμα).
Οι νέοι της FYROM, παρά την πλύση εγκεφάλου περί «ενδόξου μακεδονικού παρελθόντος», μάλλον θα αποδέχονταν μια ονομασία γεωγραφικού προσδιορισμού για να προχωρήσει η ένταξη στην ΕΕ, με τα οφέλη που συνεπάγεται αυτή. Η «μακεδονοποίηση» με τα αγάλματα που προανέφερα θέλει να ανακόψει αυτήν την τάση, αλλά και να σκεπάσει τις βουλγαρικές ρίζες.
Στα Σκόπια δεν αλλάζουν μόνο τα επώνυμα δυο και τρεις φορές σε έναν αιώνα, αλλά συνεχίζεται και εντείνεται η προσπάθεια κατασκευής έθνους με ιστορία και ήρωες κλεμμένους από Ελλάδα και Βουλγαρία, κι έτσι έχουμε πράξεις που συνιστούν έγκλημα κατ' εξακολούθηση κατά της ιστορίας της ανθρωπότητας.


ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΑΡΟΥΦΑ
δικηγόρου, συγγραφέα, πρώην προέδρου του ΔΣΘ
Αγγελιοφόρος

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Ο μύθος και το φάντασμα της μεταπολίτευσης

Ο Β. Φίλιας, πρώην πρύτανης ΠΑΣΠΕ, με πλούσιο συγγραφικό έργο, που έφηβος συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση, αλλά έμεινε και 5 χρόνια στη φυλακή τα χρόνια της δικτατορίας, στο βιβλίο του «Τα αξέχαστα και τα λησμονημένα», που εκδόθηκε το 1997, κάνοντας μια αποτίμηση της πολιτικής ζωής στην Ελλάδα κατά τα χρόνια της μεταπολίτευσης, λέει επιγραμματικά και λίγο προφητικά (εν σχέσει με όσα ακολούθησαν): «Ποτέ στο παρελθόν -με εξαίρεση ίσως την περίοδο Βούλγαρη (του επιλεγόμενου Τσουμπέ), τον περασμένο αιώνα- η ζωή του τόπου δεν είχε φτάσει σ' αυτό το σημείο κατάπτωσης. Κατάπτωσης και κατάρρευσης όλων των διαχρονικών αξιών, που δίνουν το υπόβαθρο σε μια κοινωνία να λειτουργεί συγκροτημένα και να μην αποσυντίθεται… Λέξεις και φράσεις υποκαθιστούν την πρόταση επεξεργασμένων και συγκεκριμένων λύσεων και η λογική της κινούμενης άμμου σ' όλες τις αντιμετωπίσεις, εκτός του ότι σημαδεύει τα πάντα με τη σφραγίδα της προχειρότητας, δεν αφήνει κανένα περιθώριο δημιουργίας σταθερών στη λειτουργία του κράτους… Η μεταπολίτευση υγροποίησε τις έννοιες της Αλλαγής, του Σοσιαλισμού, του εκσυγχρονισμού, της Ανανέωσης. Τις υγροποίησε και τις σχετικοποίησε σε βαθμό αφανισμού, για να φτάσουμε στην καταβαράθρωση που παρουσιάζει σήμερα η δημόσια ζωή».
Θα έλεγα ότι για τη μεταπολίτευση, με εξαίρεση τη στερέωση της δημοκρατίας και τις ελευθερίες που απόλαυσαν οι Ελληνες, τα όσα αναφέρει στο βιβλίο του ο Β.Φίλιας αποδίδουν την πραγματικότητα… Οι θεσμοί του δημοκρατικού πολιτεύματος υπολειτουργούσαν, υπήρχε προκλητική ατιμωρησία των επίορκων πολιτικών, ασύστολη ρουσφετολογία που γιγάντωσε το Δημόσιο και έλλειψη αξιοκρατίας και διαφάνειας στην πολιτική ζωή... Με ευθύνη, βέβαια, του πολιτικού κόσμου αλλά και ημών των πολιτών, που δεν αναγνωρίζαμε και την προσφορά των λίγων που προσπαθούσαν... Ετσι, ενδεικτικά μόνο να αναφέρω ότι ο εμπνευστής της διαδικασίας αξιοκρατικής πρόσληψης στο Δημόσιο με ΑΣΕΠ Αν. Πεπονής δεν εξελέγη βουλευτής στις επόμενες εκλογές και αντί αυτού εξελέγησαν εκείνοι που υπόσχονταν αναξιοκρατικούς διορισμούς...

Θα περίμενε κάποιος ότι η δεινή κρίση που βιώνει τώρα η χώρα θα λειτουργούσε ως καταλύτης για τον πολιτικό κόσμο και θα άρχιζε περίοδος ανάτασης της πολιτικής ζωής. Κι επειδή πρέπει να λέμε μόνον αλήθειες, επισημαίνω ότι, δυστυχώς, ο πολιτικός κόσμος ούτε αυτοκριτική έκανε ούτε -με λίγες μόνον εξαιρέσεις- συμπεριφορά άλλαξε. Για να γίνω κατανοητός, ενδεικτικά επισημαίνω ότι με τις κυβερνήσεις συνεργασίας θα έπρεπε, κατά τη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού, να αναζητηθούν οι άξιοι πέρα από κομματικά κριτήρια... Δυστυχώς, όμως (με κάποιες εξαιρέσεις), συνεχίζεται η τακτική του παρελθόντος με στελέχωση του κρατικού μηχανισμού με κουμπάρους υπουργών, ανεπάγγελτους γόνους, αποτυχημένους πολιτευτές, πρόσωπα του lifestyle που ασχολούνται μόνο για την προβολή τους (με θυμηδία μου ανέφερε φίλος δημοσιογράφος την περίπτωση προσώπου που βομβαρδίζει τα ΜΜΕ με φωτογραφίες...) κ.λπ., με αποτελέσματα καταστροφικά, γιατί είναι αναποτελεσματικός ο κρατικός μηχανισμός. Δε φτάνουν οι προσπάθειες και η εργατικότητα του πρωθυπουργού για να αλλάξουν τα πράγματα και να γίνει «νέο ξεκίνημα», γιατί κάποιοι συνεργάτες του τον εκθέτουν. 
Λέγεται ότι κατέρρευσε ο μύθος της μεταπολίτευσης και έκλεισε ο κύκλος της. Δυστυχώς, όμως, το κλίμα που διαμορφώθηκε στη μεταπολίτευση ως φάντασμα εξακολουθεί να δυναστεύει την πολιτική ζωή, γι' αυτό βλέπουμε ακόμη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού με αναξιοκρατικά κριτήρια που τον καθιστούν αναποτελεσματικό.
Τελειώνοντας, θα ήθελα να επισημάνω και τη δική μας ευθύνη, των πολιτών. Γιατί -όπως έλεγε ο Τ. Κένεντι- στο βιβλίο του «Σκιαγραφία των γενναίων: «Σε μια δημοκρατία, κάθε πολίτης, άσχετα με το ενδιαφέρον που έχει για την πολιτική, ασκεί κι αυτός ένα λειτούργημα και υπέχει μια ευθύνη. Και σε τελική ανάλυση το είδος της κυβερνήσεως που έχουμε εξαρτάται κυρίως από το πώς εκπληρώνει ο καθένας τις υποχρεώσεις του. Εμείς, ο λαός, είμαστε τα αφεντικά και θα έχουμε την πολιτική ηγεσία, καλή ή κακή, που εμείς θέλουμε και αξίζουμε».
 

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Ανάγκη πραγματικών μεταρρυθμίσεων

Η Ελλάδα βιώνει δεινή κρίση, που οδηγεί και σε εντεινόμενη ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας μας. Αιτία της κρίσης είναι κυρίως ο τρόπος λειτουργίας του πολιτικού μας συστήματος, που χρεοκόπησε, γιατί οι πόροι της ΕΕ αξιοποιήθηκαν καταναλωτικά κι όχι για παραγωγικές επενδύσεις, ενώ ο δημόσιος τομέας γιγαντώθηκε, καθώς χρησιμοποιήθηκε για εκμαυλισμό των πολιτών, ενώ ταυτόχρονα οδηγηθήκαμε σε υπολειτουργία των θεσμών.
Τώρα, όμως, το παραμύθι τέλειωσε και η σκληρή πραγματικότητα έφερε τα μνημόνια και το ΔΝΤ και αντανακλαστικά οδήγησε σε μείωση της αξιοπιστίας των πολιτικών κομμάτων και των πολιτικών που δεν είχαν το θάρρος να πουν την αλήθεια στους πολίτες και να πάρουν έγκαιρα μέτρα αποτροπής της καταστροφής. Ζούμε σε μια μεταβατική εποχή, με ρευστές εξελίξεις, που κανείς δεν ξέρει πού θα οδηγήσουν σε μερικούς μήνες, καθώς η ανεργία πλησιάζει το 30%, το ΑΕΠ μειώνεται κάθε χρόνο και οι πολίτες οδηγούνται στα όρια της εξαθλίωσης, με δεκάδες χιλιάδες πολίτες σε όλη τη χώρα να τρέφονται από τα συσσίτια της Εκκλησίας. Οι εξελίξεις αυτές οδηγούν σε απαξίωση του πολιτικού κόσμου και σε δημιουργία κλίματος περαιτέρω ενίσχυσης ακραίων πολιτικών δυνάμεων.
Το ερώτημα είναι αν οι δυνάμεις του σημερινού πολιτικού σκηνικού μπορούν να προλάβουν και να ελέγξουν τις εξελίξεις, δημιουργώντας προοπτική για τη χώρα. Η απάντηση είναι ότι, παρά τη μεγάλη φθορά, υπό κάποιες προϋποθέσεις θα μπορούσαν ακόμη (όχι όμως για πάρα πολύ καιρό) οι σημερινές πολιτικές δυνάμεις να διαμορφώσουν τις εξελίξεις, αν έμπρακτα πείσουν ότι άλλαξαν, αν πάρουν ριζικές πρωτοβουλίες που μπορούν να δημιουργήσουν ελπίδα νέας προοπτικής για τη χώρα.
Θα πρέπει, κατ' αρχάς, τα πολιτικά μας κόμματα, στο πλαίσιο αυτοκάθαρσης και για να αποκτήσουν σημείο επαφής με την κοινωνία, να αποβάλουν «κλοτσηδόν» τα στελέχη τους που είχαν εμπλοκή σε σκάνδαλα (π.χ. Siemens, Βατοπεδίου, Χρηματιστήριο, ομόλογα κ.λπ.), παραμερίζοντας ταυτόχρονα τους ανεπάγγελτους γόνους και την παράδοση της οικογενειοκρατίας, με άνοιγμα στην κοινωνία, αναζητώντας τους πιο άξιους Ελληνες, τουλάχιστον για τη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού.
Κυρίως όμως πρέπει, πέρα από την ανάγκη υλοποίησης αναπτυξιακού σχεδίου για τη χώρα, να αναληφθούν άμεσα πρωτοβουλίες που θα σηματοδοτούν πραγματικές μεταρρυθμίσεις (φυσικά, δεν αποτελεί μεταρρύθμιση η εφευρετικότητα στην επιβολή νέων φόρων…) στην πολιτική ζωή της χώρας. Οταν λέμε πραγματικές μεταρρυθμίσεις, ενδεικτικά αναφέρουμε: νέο εκλογικό σύστημα με μείωση και του αριθμού των βουλευτών σε 200, θέσπιση κανόνων διαφάνειας στη δημόσια ζωή, αξιοκρατική στελέχωση της δημόσιας διοίκησης, πραγματική αποκέντρωση. Επίσης, να ξεκινήσει άμεσα η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος (μπορούσε να έχει ξεκινήσει από το Μάιο του 2013 και απορούμε γιατί δεν την προχωρά ο κ. Σαμαράς, που είχε δημοσιοποιήσει αξιοπρόσεκτες προτάσεις), με τολμηρή πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης, που θα καθιερώνει διεξαγωγή δημοψηφισμάτων για μεγάλα θέματα έπειτα από πρόταση σημαντικού αριθμού πολιτών, εκλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από ειδικό εκλεκτορικό σώμα, για να τονιστεί η ανεξαρτησία της, κατάργηση των διατάξεων που εξασφαλίζουν με σύντομη παραγραφή ατιμωρησία των πολιτικών, καθιέρωση ασυμβίβαστου θέσης υπουργού και βουλευτή για να αναβαθμιστεί το Κοινοβούλιο (σύστημα που επιτυχώς λειτουργεί στην Κύπρο) κ.λπ.
Βέβαια, η πικρή αλήθεια είναι ότι δύσκολα τα πολιτικά μας κόμματα θα αποδεχτούν τη νέα πραγματικότητα. Γιατί οι πραγματικές μεταρρυθμίσεις και ο εκσυγχρονισμός της πολιτικής ζωής θα οδηγήσουν σε διαφάνεια των οικονομικών τους, σε μείωση της οικογενειοκρατίας και σε αξιοκρατική στελέχωση του κρατικού μηχανισμού. Αυτό σίγουρα δε θα αρέσει σε κάποιους πολιτικούς, μερικοί εκ των οποίων ως υπουργοί επιμένουν προκλητικά να στελεχώνουν τον κρατικό μηχανισμό με ανεπάγγελτα πρόσωπα του life style, κουμπάρους, συγγενείς και μετριότητες του κομματικού σωλήνα. Αλλά οι καιροί άλλαξαν και πρέπει να προσαρμοστούν στο νέο σκηνικό που καθημερινά διαμορφώνεται, αν θέλουν να επιζήσουν. Γιατί, διαφορετικά, εμμένοντας στην παλαιοκομματική στάση τους, θα λειτουργούν ως στρατολόγοι των άκρων, με κινδύνους και για την ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Του Δημήτρη Γαρούφα,δικηγόρου-συγγραφέα, πρώην προέδρου του ΔΣΘ

Αγγελιοφόρος