Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Γιατί επιβάλλεται τολμηρή αναθεώρηση

Από αυτήν εδώ τη στήλη, εν όψει συνταγματικής αναθεώρησης, έγραφα τον Ιανουάριο του 2006 ως πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης τότε, επί λέξει: «Υπάρχει αναγκαιότητα αναθεώρησης των διατάξεων του Συντάγματος και αν θέλουμε αυτή η αναθεώρηση να λειτουργήσει ως εφαλτήριο για την εξύψωση του ήθους και κύρους της πολιτικής μας ζωής, πρέπει να είναι τολμηρή και ρηξικέλευθη.

Πρέπει π.χ. για να αποκτήσει -κατά το δυνατόν- το πολίτευμά μας χροιά άμεσης δημοκρατίας, να αναθεωρηθούν οι διατάξεις του Συντάγματος που αναφέρονται στις προϋποθέσεις διεξαγωγής δημοψηφισμάτων, ώστε αν σημαντικός αριθμός βουλευτών και πολιτών ζητήσουν διενέργεια δημοψηφίσματος για ένα θέμα, να διενεργείται υποχρεωτικά. Πρέπει να εξετασθεί η περίπτωση καθιέρωσης ασυμβιβάστου μεταξύ θέσης υπουργού και βουλευτού, για να αναβαθμιστεί το Κοινοβούλιο, να ρυθμιστεί το θέμα της βουλευτικής ασυλίας, να καθιερωθεί η έρευνα για τα οικονομικά των κομμάτων, να αντιμετωπιστεί το θέμα λειτουργίας πανεπιστημιακών ιδρυμάτων από φορείς ΤΑ και κυρίως πρέπει να αλλάξει το σύστημα επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, για να τονιστεί προς τα έξω η ανεξαρτησία της. Πρέπει η ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων να εκλέγεται από ειδικό εκλεκτορικό σώμα, στο οποίο θα συμμετέχουν η ολομέλεια του οικείου δικαστηρίου, εκπρόσωποι δικηγορικών συλλόγων και νομικών σχολών.

Με αυτόν τον τρόπο θα κοπεί ο ομφάλιος λώρος μεταξύ εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας, αλλά δε θα ενυπάρχει και ο κίνδυνος να οδηγηθούμε σε κράτος δικαστών, γιατί ο λεγόμενος κοινωνικός έλεγχος θα εξασφαλίζεται με την αναβάθμιση των δικηγορικών συλλόγων, που πρέπει επίσης να συμμετέχουν με δικαίωμα γνώμης στα ανώτατα δικαστικά συμβούλια, όπως γίνεται σε αρκετές χώρες (Ιταλία, Σουηδία, Γαλλία κ.λπ.).

Πολλά πρέπει να αλλάξουν, αλλά το ερώτημα είναι αν ο πολιτικός κόσμος θα έχει την τόλμη να προχωρήσει στις επιβαλλόμενες αλλαγές».

Βέβαια αυτά δεν τα έλεγα μόνο εγώ, αλλά όλοι όσοι δεν εθελοτυφλούσαν και έβλεπαν τη ραγδαία απαξίωση των θεσμών. Δυστυχώς ο πολιτικός κόσμος δεν είχε το θάρρος να προχωρήσει στις επιβαλλόμενες αλλαγές και η αναθεώρηση Συντάγματος που έγινε τότε ήταν σαν να μην έγινε.

Τα ξαναθυμήθηκα όλα αυτά με αφορμή μια τολμηρή δήλωση στις 6-4-11 του προέδρου της ΝΔ, Α. Σαμαρά, σε επιτροπή της ΝΔ για προετοιμασία νέας αναθεώρησης του Συντάγματος, όπου μεταξύ άλλων τόνισε ότι «το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα χρεοκόπησε». Πραγματικά χρεοκόπησε το πολιτικό σκηνικό της μεταπολίτευσης και μεταξύ άλλων χρειάζεται μια τολμηρή αναθεώρηση Συντάγματος, για να αποκτήσουν ουσιαστικό περιεχόμενο οι θεσμοί και το πολίτευμα χροιά άμεσης δημοκρατίας.

*Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΑΡΟΥΦΑΣ είναι δικηγόρος

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Για τα 100 χρόνια ελεύθερης Θεσσαλονίκης

Με την ιδιότητα του προέδρου του Δ.Σ του ΚΘΒΕ συμμετείχα πριν 2 χρόνια σε μια σύσκεψη φορέων που διοργάνωσε ο τότε Δήμαρχος Θεσσαλονίκης όπου ανακοινώθηκε η πρόθεση του Δήμου για τον εορτασμό το 2012 των 100 χρόνων απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης και η συγκρότηση επιτροπών που θα αναλάβουν το έργο ενώ στην συνέχεια επακολούθησαν συσκέψεις και συζητήσεις και από πλευράς Υπουργείου Μακεδονίας-Θράκης για το ποιος θα έχει τον συντονισμό της προσπάθειας.. Θυμάμαι ότι
το ΚΘΒΕ του οποίου ήμουν πρόεδρος τότε υπέβαλλε συγκεκριμένες προτάσεις.

Στις συσκέψεις ακούστηκαν πολλές απόψεις και για τη μορφή του εορτασμού αλλά και για την ιστορία ,το ρόλο και το μέλλον της πόλης γιατί όπως είναι φυσικό ο καθένας βλέπει το θέμα από άλλη οπτική γωνία.

Το 2012 πλησιάζει αλλά δεν βλέπω κάποια εμφανή ιδιαίτερη προετοιμασία ,ούτε ενεργοποίηση φορέων η επιτροπών για τη μορφή που θα έχει ο εορτασμός, για το που θα εστιασθούν οι όποιες εκδηλώσεις αν φυσικά γίνουν εκδηλώσεις, συνέδρια κλπ.

Νομίζω πως το 2012 θα είναι μια επέτειος για την Θεσσαλονίκη και κάθε επέτειος είναι πάντα ευκαιρία περισυλλογής αλλά και ανασύνταξης στόχων. Γι΄ αυτό νομίζω πως ο εορτασμός δεν πρέπει να έχει μόνο εσωτερικό χαρακτήρα ,δηλαδή δεν πρέπει να σταθούμε μόνο στο γεγονός της απελευθέρωσης της πόλης από τον Οθωμανικό ζυγό αλλά θα είναι μια ευκαιρία να προβάλλουμε και τον ιστορικό ρόλο της πόλης στο παρελθόν με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, τη σημασία της για τον Ελληνισμό αλλά και για την ευρύτερη περιοχή της οποίας για πολλούς αιώνες λειτουργούσε ως Μητροπολιτικό κέντρο.. Ταυτόχρονα, με το βλέμμα στο μέλλον, είναι ευκαιρία να επεξεργασθούμε και προβάλλουμε το οραμά μας για την Θεσσαλονίκη που θέλουμε ,για μια Θεσσαλονίκη που θα συνεχίζει την λαμπρή ιστορία του παρελθόντος.

Η επέτειος αυτή πρέπει να είναι μια ευκαιρία προβληματισμού αλλά και προσδιορισμού του οράματός μας για την πόλη και το μέλλον της με ταυτόχρονη προσπάθεια δημιουργίας των υποδομών πάνω στις οποίες θα στηριχθεί η υλοποίηση του οράματος.

Με την ευκαιρία αυτή πρέπει να πούμε πως η Θεσσαλονίκη έχει ανάγκη θεσμών και γεγονότων υπερεθνικής εμβέλειας που θα προβάλλουν προς τα έξω τον πνευματικό της ρόλο στην ευρύτερη περιοχή .Για να γίνουν αυτά πρέπει όλοι οι εκπρόσωποι της πόλης να σταματήσουν την απλή διαχείριση της όποιας εξουσίας κατέχουν και ταυτόχρονα να πάψουν να λειτουργούν ως κεντρικό υποκατάστημα της Αθήνας. Ας αναζητήσουν και ενστερνισθούν τον πραγματικό τους ρόλο μη διστάζοντας να συγκρουσθούν με την διαχρονικά «αθηνοκεντρική» κεντρική εξουσία αλλά και ενεργοποιώντας ουσιαστικά τους πολίτες αυτής της πόλης που έχουν και αυτοί μερίδιο ευθύνης για την υποτονικότητα που παρουσιάζει η πόλη

Τελειώνοντας επισημαίνω πως ο Δήμος Θεσσαλονίκης πρέπει να είναι στην πρωτοπορία του αγώνα και ασκώντας αποτελεσματική πίεση να πετύχει την δημιουργία υποδομών από την κεντρική εξουσία αλλά κυρίως πρέπει να δώσει ρόλο στους πολίτες αυτής της πόλης που πρέπει να προβληματιστούν, να συνδιαμορφώσουν και να αγωνισθούν για να κατακτήσουν το μέλλον που θέλουν και αξίζει για την Θεσσαλονίκη.

*Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης την περίοδο 2005-2008 και του ΚΘΒΕ την περίοδο 2007-2010.

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

Η χαμένη ευκαιρία για τη Θεσσαλονίκη

Με αφορμή κάποιο συνέδριο δέχτηκα επίσκεψη φίλων από γειτονικές χώρες. Θυμηθήκαμε γεγονότα και καταστάσεις από τις βαλκανικές περιηγήσεις μου και με την ευκαιρία αυτή τους ρώτησα πώς βλέπουν τη Θεσσαλονίκη και τι εκτιμήσεις γίνονται στις χώρες τους για το μέλλον της. Ηρθαν οδικώς κι έτσι θαύμασαν την Εγνατία οδό, ενώ επισήμαναν βελτίωση των εισόδων της πόλης από δυτικά, έκαναν παρατηρήσεις για τα σκουπίδια αλλά και τη ζωντάνια στον τρόπο διασκέδασης, αλλά κατά τα λοιπά οι εκτιμήσεις όλων συνέκλιναν στο ότι η Θεσσαλονίκη έχασε το τρένο για το μέλλον…
Ενας εξ αυτών, που σπούδασε στη Θεσσαλονίκη και τώρα διευθύνει μεγάλη εταιρία στη Σόφια, επιγραμματικά είπε ότι η Θεσσαλονίκη έχασε τη μεγάλη της ιστορική ευκαιρία στην τελευταία 10ετία του 20ού αιώνα. Εχει δίκιο, γιατί όταν κατέρρευσαν τα κομμουνιστικά καθεστώτα στις γειτονικές χώρες, όλες ζητούσαν σύνδεση με ΕΕ. Η Θεσσαλονίκη ήταν η μεγάλη πόλη χώρας - μέλους της ΕΕ κοντά στα σύνορα τριών βαλκανικών χωρών και μπορούσε να γίνει έδρα των φορέων της ΕΕ που απευθύνονταν στα Βαλκάνια.
Επρεπε άμεσα να δημιουργηθούν υποδομές, να ιδρυθούν διαβαλκανικοί φορείς, να γίνουν επενδύσεις στο χώρο της καινοτομίας, να λειτουργήσει από τότε Διεθνές Πανεπιστήμιο, να προσελκύσει νέους γειτονικών χωρών για προπτυχιακές σπουδές σε ΑΠΘ και ΠΑΜΑΚ, να κατασκευαστούν κατά προτεραιότητα οι κάθετοι οδικοί άξονες για Σκόπια, Σόφια, Τίρανα, για να υπάρχει γρήγορη πρόσβαση στην αγορά της Θεσσαλονίκης, να υπάρχει εξωστρεφής δράση των πολιτιστικών οργανισμών της κ.λπ., οπότε ήταν βέβαιο ότι η πόλη θα αναβαθμιζόταν και θα δημιουργούνταν και θέσεις εργασίας στον τομέα των υπηρεσιών.
Τώρα χάθηκε το στρατηγικό πλεονέκτημα. Το Διεθνές Πανεπιστήμιο έγινε με καθυστέρηση 15 ετών, οι κάθετοι οδικοί άξονες δεν έγιναν ακόμα… κι όχι μόνο δε δημιουργήθηκαν θέσεις εργασίας, αλλά χάθηκαν χιλιάδες θέσεις εργασίας εργατών με τη μετακίνηση των βιοτεχνιών σε γειτονικές χώρες.
Οι κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις μετά το 1989 δημιούργησαν ιστορική ευκαιρία για τη Θεσσαλονίκη και τον ελληνισμό για να αναλάβουν πρωταγωνιστικό ρόλο, συμβάλλοντας στη δημοκρατική εξέλιξη και ανάπτυξη των Βαλκανίων -αποκτώντας ταυτόχρονα οικονομική και πολιτιστική ενδοχώρα-, αλλά έλειπε το όραμα από τις ελληνικές κυβερνήσεις και το θάρρος από τους εκπροσώπους της πόλης. Η μεγάλη ευκαιρία χάθηκε… αλλά ακόμη και τώρα μπορούν να γίνουν κάποια πράγματα με αξιοποίηση της ιστορίας και γεωγραφικής θέσης της πόλης, του λιμανιού, της πολιτιστικής υποδομής κ.λπ., για να αναδειχθεί τουλάχιστον σε ένα από τα μεγάλα βαλκανικά οικονομικά και πολιτιστικά κέντρα.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

Έτσι υποβαθμίζεται η Θεσσαλονίκη

Σήμερα θα ξαναμιλήσουμε για μια ξεχασμένη υπόθεση για να θυμίσουμε στους κάθε λογής εκπροσώπους της πόλης ότι σε κάποιο βαθμό φταίνε και οι ίδιοι για την υποβάθμιση της.

Υπενθυμίζουμε ότι μετά και από μακροχρόνιους αγώνες του ΔΣΘ, στις 15-9-2004 ψηφίστηκε ο νόμος 3262/2004 που προβλέπει (άρθρο 12) την ίδρυση και λειτουργία αθλητικού δικαστηρίου στη Θεσσαλονίκη με κατά τόπον αρμοδιότητα για Μακεδονία, Θράκη, ΄Ηπειρο και Θεσσαλία. Ο τότε υφυπουργός Αθλητισμού χαρακτήρισε ιστορικό το γεγονός τονίζοντας ότι γίνεται αποκέντρωση της αθλητικής δικαιοσύνης ενώ ταυτόχρονα ενισχύονταν η πόλη με θεσμό που της έδινε την εικόνα πόλης-Μητρόπολης.

Με βάση αυτό τον νόμο μετά από έντονη δική μας πίεση(γιατί υπήρχαν αντιδράσεις από Αθήνα) τον Φεβρουάριο του 2006(μετά από πανηγυρική τελετή εγκαινίων) άρχισε να λειτουργεί, εγκατεστημένο σε χώρο του «Αλεξάνδρειου Αθλητικού Μελάθρου». Λειτούργησε επιτυχώς για 5 περίπου μήνες, εκδίκασε πολλές υποθέσεις αλλά τον Αύγουστο του 2006 η ΕΠΟ «ετσιθελικά» ανέστειλε την λειτουργία με τον ισχυρισμό(από ότι θυμάμαι) ότι ήταν αντίθετη στην ίδρυσή του κι΄ ότι η πολιτεία δεν την ρώτησε πριν το ιδρύσει… κι΄ ότι με τη λειτουργία του θα διασπάται η νομολογία( πρωτοφανής ισχυρισμός γιατί με τη λογική αυτή όλα τα δικαστήρια θα έπρεπε να είναι συγκεντρωμένα στην Αθήνα..)Θα περίμενε κανείς ότι μετά την πραξικοπηματική αυτή ενέργεια της ΕΠΟ θα ξεσηκώνονταν και οι πέτρες στην Θεσσαλονίκη. Δυστυχώς όμως υπήρξε μόνο η έντονη διαμαρτυρία του Δικηγορικού Συλλόγου του οποίου ήμουν πρόεδρος τότε, κάποιες ερωτήσεις Βουλευτών στη Βουλή και κάποια σχόλια δημοσιογράφων ενώ σιώπησαν περίεργα(γιατί άραγε;) οι αθλητικοί φορείς της πόλης και της ευρύτερης περιφέρειας που κυρίως αυτοί έπρεπε να ξεσηκωθούν και περίεργη ήταν και η σιωπή θεσμικών φορέων της πόλης.

Ως πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης την περίοδο εκείνη προσπάθησα να κρατήσω ζωντανό το θέμα καλώντας σε σύσκεψη όλους τους Βουλευτές του Ν.Θεσσαλονίκης στους οποίους μοιράσαμε ειδικό φάκελο με το ιστορικό του θέματος, ενώ παράλληλα ως ΔΣΘ υποβάλλαμε μηνυτήρια αναφορά στην Εισαγγελία Πρωτοδικών(γιατί σε δήλωσή του ο υφυπουργός Αθλητισμού είχε χαρακτηρίσει παράνομη την αναστολή λειτουργίας του δικαστηρίου) και διοργανώσαμε σύσκεψη των δικηγορικών συλλόγων Μακεδονίας-Θράκης- Θεσσαλίας που με κοινό ψήφισμα στις 25-11-2006 ζητήσαμε επαναλειτουργία του αθλητικού δικαστηρίου…αλλά όχι μόνο δεν συμπαρατάχθηκαν μαζί μας αυτοί που έπρεπε αλλά βρέθηκαν και κάποιοι(εκ των έσω) να με κατηγορήσουν ότι ως πρόεδρος του ΔΣΘ έστελνα σκληρά έγγραφα στην ΕΠΟ…

Η κατάργηση του αθλητικού δικαστηρίου, που με την λειτουργία του έδινε στη Θεσσαλονίκη την εικόνα πόλης-Μητρόπολης αλλά και δημιουργούσε δικηγορική ύλη για τους δικηγόρους της Θεσσαλονίκης, ήταν πλήγμα για την πόλη. Φοβάμαι ότι η Θεσσαλονίκη θα εξακολουθήσει να δέχεται τέτοια πλήγματα όσο οι εκπρόσωποί της θα σκύβουν το κεφάλι στον Αθηνοκεντρισμό από φόβο η προσδοκία οφέλους…

Η αποκέντρωση σε όλους τους τομείς αποτελεί εθνική αναγκαιότητα και ευρωπαϊκή επιταγή γι΄ αυτό έχουμε χρέος να συμπαρατασσόμαστε σε ένα μέτωπο κατά της συγκεντρωτικής κεντρικής εξουσίας για να γίνει πράξη η περιφερειακή ανάπτυξη. Αυτό πρέπει να το συνειδητοποιήσουν κυρίως οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι αυτής της πόλης που οφείλουν να αντιδρούν και να μην αποδέχονται ρυθμίσεις απαξιωτικές και εξευτελιστικές για τη Θεσσαλονίκη.

*Ο Δημήτρης Γαρούφας είναι πρώην πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης