Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Να διασωθεί ένας θεσμός της Θεσσαλονίκης

Το Ινστιτούτο Διεθνούς Δημοσίου Δικαίου και Διεθνών Σχέσεων ιδρύθηκε το 1966, στη Θεσσαλονίκη, από τον αείμνηστο καθηγητή Δημήτριο Κωσταντόπουλο ως ΝΠΔΔ εποπτευόμενο από το υπουργείο Δικαιοσύνης. Από το 1973 (και για περισσότερα από 30 χρόνια), πέραν των άλλων δραστηριοτήτων του, διοργάνωνε στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ ειδικά μαθήματα Διεθνούς Δικαίου και Διεθνών Σχέσεων κατά το πρότυπο της Ακαδημίας Διεθνούς Δικαίου της Χάγης, στα οποία έχουν διδάξει κορυφαίοι διεθνολόγοι καθηγητές και διπλωμάτες, μερικοί εκ των οποίων έγιναν γενικοί γραμματείς στον ΟΗΕ, πρόεδροι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και ανώτατων δικαστηρίων σε διεθνές επίπεδο, καθώς και υπουργοί Εξωτερικών στις χώρες τους. Τα μαθήματα αυτά κατέστησαν το ινστιτούτο παγκόσμια γνωστό. Συμμετείχαν σπουδαστές από 50 χώρες, ενώ τα πρακτικά των συνόδων αξιολογήθηκαν από έγκυρα επιστημονικά περιοδικά ως ίσης αξίας με τα αντίστοιχα της Ακαδημίας Διεθνούς Δικαίου της Χάγης.
Το ινστιτούτο τιμήθηκε το 1991 με το βραβείο «Αγγελιοφόρος της Ειρήνης» του ΟΗΕ, ενώ διαθέτει και σημαντική βιβλιοθήκη με πολύτιμο υλικό και για τα εθνικά μας θέματα. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ο νομικός κόσμος και οι διεθνολόγοι στο εξωτερικό γνωρίζουν τη Θεσσαλονίκη, επειδή χιλιάδες από αυτούς συμμετείχαν στα ετήσια μαθήματα που διοργάνωνε στην πόλη, ενώ οι εκδόσεις του κοσμούν επιστημονικές βιβλιοθήκες στο εξωτερικό.
Αυτό το ινστιτούτο, που ήταν θεσμός για τη Θεσσαλονίκη με υπερεθνική εμβέλεια και την κατέστησε γνωστή στο εξωτερικό ως επιστημονικό κέντρο, το υπουργείο Δικαιοσύνης αποφάσισε το Φεβρουάριο του 2013 να το καταργήσει, στο πλαίσιο... οικονομιών και φυσικά στη Θεσσαλονίκη δεν «κουνιέται φύλλο» σαν να πρόκειται για φορέα που εδρεύει στην αλλοδαπή.

Θα ξαναπούμε για χιλιοστή φορά ότι η Θεσσαλονίκη έχει ανάγκη θεσμών και εκδηλώσεων υπερεθνικής εμβέλειας, για να τονίζεται ο ιδιαίτερος ρόλος της. Το ινστιτούτο ανταποκρινόταν σε αυτήν την αναγκαιότητα, αλλά ταυτόχρονα υπηρετούσε και αυτονόητους εθνικούς σκοπούς. Γι' αυτό θεωρούμε λάθος την απόφαση κατάργησής του, γιατί αυτή η απόφαση βλάπτει εθνικά τη χώρα αλλά και υποβαθμίζει τη Θεσσαλονίκη, που χάνει ένα φορέα υπερεθνικής - παγκόσμιας εμβέλειας.
Η δαπάνη λειτουργίας του ινστιτούτου δεν ήταν τεράστια και θα μπορούσε να βρεθεί λύση που να ικανοποιεί όλες τις πλευρές. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να στεγαστεί στον Τομέα Διεθνών Σπουδών της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, με εποπτεία πάντα του υπουργείου Δικαιοσύνης και με στελέχωση, πέραν του υπάρχοντος ολιγομελούς προσωπικού, με το διδακτικό προσωπικό του Τομέα Διεθνών Σπουδών και με συμμετοχή μεταπτυχιακών φοιτητών.
Νομίζω πως, έστω στο παρά πέντε, πρέπει να βρεθεί λύση σωτηρίας του ινστιτούτου, που τόσα προσέφερε στη χώρα μας και τη Θεσσαλονίκη, και μπορεί να προσφέρει περισσότερα, αν στηριχτεί και αξιοποιηθούν όλες οι δυνατότητες, όπως γινόταν στα χρόνια ακμής του. Θα έπρεπε ήδη να έχουν διαμαρτυρηθεί και δραστηριοποιηθεί δημόσια για τη σωτηρία του το ΑΠΘ, ο δήμος Θεσσαλονίκης, ο Δικηγορικός Σύλλογος αλλά και όλοι όσοι εκπροσωπούν αυτήν την πόλη, γιατί τονίζω και πάλι ότι το ινστιτούτο προσέφερε εθνικές υπηρεσίες στη χώρα, αλλά και έδινε λάμψη πνευματικής μητρόπολης στη Θεσσαλονίκη.

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ Α. ΓΑΡΟΥΦΑ
δικηγόρου - συγγραφέα,πρώην προέδρου του ΔΣΘ 
Αγγελιοφόρος
 
 

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

O μήνας των υποσχέσεων...

Ο Σεπτέμβρης είναι ο μήνας της Θεσσαλονίκης, ταυτισμένος με τη ΔΕΘ που παλιότερα ήταν και κάτι σαν μεγάλο πανηγύρι της Θεσσαλονίκης, μια γιορτή που φλόγιζε τις παιδικές καρδιές, τότε που ήταν πραγματικά Διεθνής Εκθεση, με επίσημη συμμετοχή δεκάδων ξένων κρατών.
Τις μέρες των εγκαινίων η Θεσσαλονίκη ήταν το επίκεντρο, γιατί από εδώ ο εκάστοτε πρωθυπουργός μιλούσε για τα οικονομικά της χώρας, δίνοντας και το στίγμα της μελλοντικής πορείας, ενώ τα τελευταία 20 χρόνια οι πρωθυπουργοί έψαχναν να πουν κάτι και για το νέο ρόλο της Θεσσαλονίκης μετά την κατάρρευση των γειτονικών κομμουνιστικών καθεστώτων και το άνοιγμα των συνόρων κι έτσι ακούσαμε κατ' επανάληψη υποσχέσεις για νέο ρόλο της Θεσσαλονίκης, που τάχα θα γινόταν Βαλκανική Μητρόπολη…
Ομως η αλήθεια είναι ότι κάθε Σεπτέμβρη ακούγαμε τις ίδιες υποσχέσεις για έργα που δε γίνονταν (με λίγες εξαιρέσεις) ποτέ ή καρκινοβατούσαν και για τάχα ρόλους που εκ των προτέρων ναρκοθετούσε η κεντρική εξουσία. Οι εξ Αθηνών αξιωματούχοι (δυστυχώς κάποιοι με καταγωγή από Θεσσαλονίκη) μας «δούλευαν» μιλώντας για την αγάπη της κυβέρνησης προς τη «νύμφη του Θερμαϊκού», την τάχα «συμπρωτεύουσα ερωτική Θεσσαλονίκη», ενώ οι κάθε λογής εκπρόσωποι της πόλης αμήχανοι παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα, σκύβοντας μοιρολατρικά το κεφάλι κι ακούγοντας για πολλοστή φορά για τη «σύντομη ολοκλήρωση και επέκταση του μετρό», που σύμφωνα με τις εξαγγελίες έπρεπε ήδη να λειτουργεί, για τη θαλάσσια συγκοινωνία κ.λπ.
Για να γίνει κατανοητή η συμπεριφορά των εκπροσώπων της πόλης, ενδεικτικά θυμίζω πως παλιό αίτημα του Δικηγορικού Συλλόγου ήταν η αποκέντρωση της αθλητικής δικαιοσύνης με δημιουργία αθλητικών δικαστηρίων στη Θεσσαλονίκη. Πριν από 8 χρόνια είχε ανταποκριθεί θετικά η τότε κυβέρνηση (με αρμόδιο υφυπουργό από Θεσσαλονίκη) και ψηφίστηκε διάταξη που έδινε δυνατότητα αποκέντρωσης της αθλητικής δικαιοσύνης και μετά κι από δικές μας πιέσεις (ήμουν τότε πρόεδρος του ΔΣΘ) αρχές Φεβρουαρίου 2006 άρχισε τη λειτουργία του το αθλητικό δικαστήριο Θεσσαλονίκης, εγκατεστημένο στο Αλεξάνδρειο Αθλητικό Μέλαθρο… με αρμοδιότητα για υποθέσεις από Θράκη, Μακεδονία, Θεσσαλία και Ηπειρο. Με τη λειτουργία του επιτυγχανόταν αποκέντρωση, αναδεικνυόταν ο μητροπολιτικός ρόλος της πόλης και δημιουργούνταν ύλη για τους δικηγόρους της. Λειτούργησε επιτυχώς για λίγους μήνες, γιατί τον Αύγουστο του 2006 η τότε διοίκηση της ΕΠΟ ετσιθελικά το κατήργησε, αγνοώντας το νόμο που ψήφισε η Βουλή… Ζητήσαμε τότε από φορείς και κυρίως τα αθλητικά σωματεία της πόλης να διαμαρτυρηθούν, αλλά τότε με οδυνηρή έκπληξη είδα ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αυτοί που διοικούσαν τα σωματεία και τις ΠΑΕ της Θεσσαλονίκης έσκυψαν το κεφάλι και σιώπησαν «περίεργα…».
Αυτήν τη μίζερη νοοτροπία και μοιρολατρία κάποιων εκπροσώπων της πόλης, που συμπεριφέρονται σαν νικημένοι πριν αρχίσει ο αγώνας, εκμεταλλεύεται η κεντρική εξουσία και γι' αυτό κάθε Σεπτέμβρη αισθανόμαστε «θεατές στο ίδιο έργο».

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΑΡΟΥΦΑ
δικηγόρου-πρώην προέδρου του ΔΣΘ
Αγγελιοφόρος

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013

Τι γίνεται με την αναθεώρηση του Συντάγματος;

Το Μάιο του 2013 συμπληρώθηκαν 5 χρόνια από την ολοκλήρωση της προηγούμενης συνταγματικής αναθεώρησης και θα μπορούσε ήδη να έχει ξεκινήσει η διαδικασία νέας συνταγματικής αναθεώρησης. Τα τελευταία χρόνια το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου επισήμανε την αναγκαιότητα νέας, τολμηρής συνταγματικής αναθεώρησης που θα καθιέρωνε την πλήρη ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, πλήρη διάκριση νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, θα καθιέρωνε ασυμβίβαστο της θέσης υπουργού και βουλευτού, έλεγχο στα οικονομικά των κομμάτων, κανόνες διαφάνειας και αξιοκρατίας στη δημόσια ζωή, κατάργηση της ατιμωρησίας των πολιτικών μέσω της σύντομης παραγραφής, δυνατότητα διενέργειας δημοψηφισμάτων, αν το ζητά συγκεκριμένος αριθμός πολιτών, κ.λπ.
Κι ενώ όλα τα πολιτικά κόμματα μιλούσαν για την αναγκαιότητα τολμηρής συνταγματικής αναθεώρησης που θα δημιουργούσε και συνθήκες ανανέωσης και αναβάθμισης της πολιτικής μας ζωής, τώρα φαίνεται σαν να έχει ξεχαστεί το θέμα ακόμα κι από την κυβέρνηση που με αυτό το θέμα μπορούσε να αλλάξει την πολιτική ατζέντα και το γενικότερο κλίμα επ' ωφελεία της, αν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι ο πρωθυπουργός κ. Σαμαράς στο παρελθόν είχε παρουσιάσει κάποιες ρηξικέλευθες προτάσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος.
Για την ιστορία υπενθυμίζω ότι τον Ιανουάριο του 2006, εν όψει ολοκλήρωσης της τότε συνταγματικής αναθεώρησης, έγραφα στον «Αγγελιοφόρο», ως πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης τότε, επί λέξει:
«Υπάρχει αναγκαιότητα αναθεώρησης των διατάξεων του Συντάγματος και αν θέλουμε αυτή η αναθεώρηση να λειτουργήσει ως εφαλτήριο για την εξύψωση του ήθους και κύρους της πολιτικής μας ζωής πρέπει να είναι τολμηρή και ρηξικέλευθη. Πρέπει π.χ. για να αποκτήσει-κατά το δυνατόν-το πολίτευμά μας χροιά άμεσης δημοκρατίας, να αναθεωρηθούν οι διατάξεις του Συντάγματος που αναφέρονται στις προϋποθέσεις διεξαγωγής δημοψηφισμάτων ώστε αν σημαντικός αριθμός βουλευτών και πολιτών ζητήσουν διενέργεια δημοψηφίσματος για ένα θέμα, να διενεργείται υποχρεωτικά. Πρέπει να εξεταστεί η περίπτωση καθιέρωσης ασυμβιβάστου μεταξύ θέσης υπουργού και βουλευτού για να αναβαθμιστεί το Κοινοβούλιο, να ρυθμιστεί το θέμα της βουλευτικής ασυλίας, να καθιερωθεί η έρευνα για τα οικονομικά των κομμάτων… και κυρίως πρέπει να αλλάξει το σύστημα επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης για να τονιστεί προς τα έξω η ανεξαρτησία της. Πρέπει η ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων να εκλέγεται από ειδικό εκλεκτορικό σώμα στο οποίο θα συμμετέχουν η ολομέλεια του οικείου δικαστηρίου, εκπρόσωποι δικηγορικών συλλόγων και νομικών σχολών. Με αυτό τον τρόπο θα κοπεί ο ομφάλιος λώρος μεταξύ εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας αλλά δε θα ενυπάρχει και ο κίνδυνος να οδηγηθούμε σε κράτος δικαστών γιατί ο λεγόμενος κοινωνικός έλεγχος θα εξασφαλίζεται με την αναβάθμιση των δικηγορικών συλλόγων που πρέπει επίσης να συμμετέχουν με δικαίωμα γνώμης στα ανώτατα δικαστικά συμβούλια όπως γίνεται σε αρκετές χώρες (Ιταλία, Σουηδία, Γαλλία κ.λπ.). Πολλά πρέπει να αλλάξουν αλλά το ερώτημα είναι αν ο πολιτικός κόσμος θα έχει την τόλμη να προχωρήσει στις επιβαλλόμενες αλλαγές».
Δυστυχώς τότε ο πολιτικός κόσμος δεν είχε το θάρρος να προχωρήσει σε τομές και η τότε διαδικασία αναθεώρησης συνταγματικών διατάξεων που ολοκληρώθηκε το Μάιο του 2008 ήταν άτολμη και άνευρη, ώστε ήταν σαν να μην έγινε.
Στις 6-4-11 ο πρωθυπουργός Α. Σαμαράς ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε πει ότι «το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα χρεοκόπησε» και μίλησε για αναγκαιότητα τολμηρής συνταγματικής αναθεώρησης, ενώ την ίδια άποψη για τολμηρή συνταγματική αναθεώρηση εξέφρασε και το Μάιο του 2013 σε προσυνέδριο της ΝΔ στο Ναύπλιο. Την ίδια αναγκαιότητα επισήμαναν κατά καιρούς και άλλοι πολιτικοί από πολλούς χώρους αλλά και εκπρόσωποι επιστημονικών φορέων.
Το ερώτημα και η απορία μας είναι γιατί εγκαταλείφθηκε το θέμα (όπως προανέφερα ήδη από το Μάιο του 2013 μπορούσε να έχει ξεκινήσει η σχετική μακρόχρονη διαδικασία) δεδομένου ότι μια νέα τολμηρή συνταγματική αναθεώρηση θα μπορούσε να προσδώσει στο πολίτευμά μας χροιά πιο συμμετοχικής δημοκρατίας και να αποκτήσουν ουσιαστικό περιεχόμενο οι θεσμοί, ενώ μπορεί να αποτελέσει και εφαλτήριο αναδιάρθρωσης και ανανέωσης της πολιτικής ζωής και δημιουργίας νέας προοπτικής για τη χώρα.

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ Α. ΓΑΡΟΥΦΑ
πρώην προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης
Αγγελιοφόρος



Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

Για το μέλλον της Θεσσαλονίκης


Με αφορμή τα προσεχή εγκαίνια της ΔΕΘ αλλά και τις δημοτικές εκλογές σε μερικούς μήνες (Μάϊος 2014), γίνονται συζητήσεις(και μελλοντικά θα γίνουν περισσότερες ) για το μέλλον της Θεσσαλονίκης ,τη φυσιογνωμία της , τον ρόλο της στην ευρύτερη περιοχή και τα έργα που πρέπει να γίνουν.
Τέτοιες συζητήσεις έγιναν πολλές τουλάχιστον στα τελευταία 20 χρόνια, με πομπώδεις διακηρύξεις από την κεντρική εξουσία για τον ρόλο της ως «μητρόπολης των Βαλκανίων» ενώ κάθε χρόνο η κεντρική εξουσία, με αφορμή τα εγκαίνια της ΔΕΘ, επαναλαμβάνει το «δούλεμα» περί δήθεν «συμπρωτεύουσας»..
Η αλήθεια είναι πικρή γιατί συμπρωτεύουσα δεν υπήρξε ποτέ με την έννοια της ύπαρξης κάποιου κέντρου εξουσίας στην πόλη και φυσικά δεν έγινε ποτέ Μητρόπολη των Βαλκανίων γιατί δεν αξιοποιήθηκαν οι κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στην Βαλκανική μετά το 1989 ενώ και κάποια πράγματα που έγιναν , έγιναν με μεγάλη καθυστέρηση και δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα (γι΄ αυτό π.χ. στο Διεθνές Πανεπιστήμιο μόνο το 20% των φοιτούντων προέρχεται από γειτονικές Βαλκανικές χώρες) .. Η αλήθεια είναι ακόμη ότι η πόλη έμεινε σε περιθωριακό ρόλο γιατί οι κάθε λογής εκπρόσωποι της και κυρίως εκπρόσωποί της στην κεντρική πολιτική σκηνή(με κάποιες εξαιρέσεις) δεν πίστεψαν πραγματικά σε μια τέτοια προοπτική, δεν συγκρούστηκαν με την κεντρική εξουσία, φροντίζοντας συνήθως να στελεχώνουν τους κρατικούς οργανισμούς της πόλης με πρόσωπα που θα κινούνταν στο ίδιο κλίμα…
Ενδεικτικά για τη νοοτροπία των φορέων της πόλης θα αναφέρω μόνο δυο χαρακτηριστικά περιστατικά που έζησα το ένα ως πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου και το άλλο ως πρόεδρος του ΚΘΒΕ:
Μετά από αγώνες του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης(ήμουν πρόεδρός του την περίοδο 2005-2008) και λόγω θετικής ανταπόκρισης της τότε κυβέρνησης Καραμανλή και του τότε υφυπουργού Αθλητισμού κ.Ορφανού πετύχαμε τον Φεβρουάριο του 2006 να λειτουργήσει(σε εκτέλεση ψηφισθέντος νόμου) για πρώτη φορά αθλητικό δικαστήριο στην Θεσσαλονίκη με κατά τόπον αρμοδιότητα διαφορές από Μακεδονία, Θράκη,΄ Ηπειρο και Θεσσαλία, δηλαδή με κατά τόπον αρμοδιότητα για την μισή Ελλάδα, γεγονός που αναβάθμιζε τη Θεσσαλονίκη πέραν του γεγονότος ότι δημιουργούσε ύλη για τον νομικό της κόσμο… Λειτούργησε επιτυχώς για 7 μήνες(στεγάστηκε στο Αλεξάνδρειο Αθλητικό Μέλαθρο)αλλά τον Αύγουστο του 2006 η ΕΠΟ (με πρόεδρο μάλιστα καταγόμενο από τον Ν.Θεσσαλονίκης…)το κατήργησε με το «αστείο» επιχείρημα ότι αν πέραν των Αθηνών υπήρχε κι άλλο αθλητικό δικαστήριο θα είχαμε διάσπαση της νομολογίας…. Ως πρόεδρος τότε του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης κατήγγειλα έντονα το γεγονός και καλέσαμε ως ΔΣΘ όλες τις ΠΑΕ της πόλης να ξεκινήσουμε αγώνα ανατροπής της απόφασης της ΕΠΟ. Δυστυχώς οι διοικήσεις των ΠΑΕ αλλά και των άλλων αθλητικών ομίλων της πόλης ,πλήν λίγων εξαιρέσεων, έσκυψαν το κεφάλι και αδιαμαρτύρητα δέχθηκαν τότε το γεγονός…ενδεικτικό της νοοτροπίας αυτών που διοικούν τα αθλητικά σωματεία της Θεσσαλονίκης(για να είμαι δίκαιος επισημαίνω πως φαίνεται ότι πιθανόν κάτι αλλάζει γιατί από ότι μου ανέφερε ο πρόεδρος του ΠΑΟΚ κ.Βρύζας ο ΠΑΟΚ ετοιμάζεται να ανακινήσει το θέμα)
Το δεύτερο περιστατικό:το ΚΘΒΕ με στόχο την αναβάθμιση της πόλης πέραν των άλλων δραστηριοτήτων του τότε(ίδρυση της ένωσης θεάτρων Ν.Α Ευρώπης με έδρα τη Θεσσαλονίκη και υπογραφή πρωτοκόλλων συνεργασίας -με ανταλλαγές παραστάσεων- με όλα τα εθνικά θέατρα των Βαλκανικών χωρών), με στήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και χρήση προγράμματος της Ε.Ε φιλοξένησε το 2007 και 2008 το Ευρωπαϊκό βραβείο θεάτρου στη Θεσσαλονίκη, ένα θεσμό πανευρωπαϊκής εμβέλειας. Κι΄ επειδή η Θεσσαλονίκη έχει ανάγκη θεσμών υπερεθνικής εμβέλειας για αναβάθμισή της καλέσαμε το 2008 σύσκεψη μεγάλων φορέων της πόλης ζητώντας να αναλάβουμε όλοι μαζί για το μέλλον την πρόσκαιρη η μόνιμη φιλοξενία του θεσμού στην Θεσσαλονίκη με ανάληψη από κοινού του κόστους( περίπου 800.000 Ευρώ ετησίως) αλλά(με 1-2 εξαιρέσεις)υπήρξε ευγενική άρνηση.
Τα παραδείγματα είναι χαρακτηριστικά γιατί πρόκειται για εγχειρήματα που επιτυχώς υλοποιήθηκαν στην πόλη και την αναβάθμιζαν αλλά που οι φορείς και οι εκπρόσωποι της πόλης δεν στήριξαν. Επομένως για την περιθωριοποίηση της Θεσσαλονίκης δεν φταίει μόνο η κεντρική εξουσία αλλά σε σημαντικό βαθμό φταίει και το γεγονός ότι κάποιοι εκπρόσωποι της πόλης δεν έχουν όραμα, σκύβουν το κεφάλι χωρίς να διεκδικούν και αρκούνται στην απλή διαχείριση…

Δημήτρης Γαρούφας
*Δικηγόρος-πρώην πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης.